Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Ο «μαύρος θάνατος» που ερήμωσε τη γη






Αναδημοσίευση από:    https://www.documentonews.gr/ 4.04.2020

Βασιλική Λάζου


Μια από τις διαδεδοµένες εικόνες στη µεσαιωνική Ευρώπη τον καιρό της πανούκλας ήταν η συνάντηση τριών καλοντυµένων νεαρών µε τρεις νεκρούς σε φάση αποσύνθεσης.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Τι σημαίνει ενεργός πολίτης;




Τσέκος Ν. Θεόδωρος 


Ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του όρισε ως πολιτεία κάθε οργανωμένη κοινωνία όπου η εξουσία ασκείται υπό των πολλών και προς το κοινό συμφέρον. Ακολουθώντας την σκέψη του, μπορούμε να αποδώσουμε την ιδιότητα του πολίτη όχι αδιάκριτα σε οποιοδήποτε μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας, αλλά μόνον στα μέλη εκείνα  που μετέχουν ενεργά στην πολιτική, επηρεάζουν δηλαδή την άσκηση της εξουσίας. 
Το ότι η αντίληψη αυτή του πολίτη ως ενεργού και μόνον ενεργού μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας κυριαρχεί στην κλασική ελληνική αρχαιότητα, επιβεβαιώνεται και στον Επιτάφιο του Περικλή. Εκφωνώντας στον Κεραμεικό της Αθήνας έναν επιτάφιο λόγο για τους νεκρούς των μαχών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) και τον οποίο μας μετέφερε ο Θουκυδίδης, ο ηγέτης των Αθηναίων έδωσε μια συνοπτική περιγραφή του πώς αντιλαμβάνεται τον πολίτη η Αθηναϊκή κοινωνία.
Εμείς οι ίδιοι, είπε, φροντίζουμε τόσο τις ιδιωτικές μας υποθέσεις όσο και τα δημόσια πράγματα και το ένα δεν εμποδίζει το άλλο. Θεωρούμε δε, πως αυτός που δεν αναμειγνύεται στις δημόσιες υποθέσεις είναι όχι μόνον απράγμων, δηλαδή αδιάφορος, αλλά και αχρείος, δηλαδή κοινωνικά άχρηστος. Ο μη ενεργός πολίτης, λοιπόν, αυτός που δεν μετέχει στα δημόσια πράγματα και αποσύρεται στην προσωπική του σφαίρα , στον χώρο του ιδιωτικού, είναι βάρος για την κοινωνία στην οποία ανήκει. Το να «ιδιωτεύει» κάποιος στην Αρχαία Αθήνα, δεν είναι επιλογή, είναι ελάττωμα.
Ο όρος ιδιώτης, άλλωστε, στην κλασική Αρχαιότητα δεν σήμαινε αυτό που υποδηλώνει κυρίως ο όρος σήμερα, δηλαδή το πρόσωπο εκείνο που δεν ασκεί δημόσια λειτουργία. Σήμαινε αντίθετα, εκείνον που έχει περιορισμένες νοητικές ικανότητες τον α-νόητο. Ταυτίζονταν, δηλαδή, ο πολιτικά ανενεργός με τον κοινωνικά ανίκανο. Ακόμη και στην νεότερη γλώσσα και γραμματεία, σύμφωνα με το Λεξικό του Κριαρά, ο όρος χρησιμοποιείται, πέραν των άλλων, για να υποδηλώσει και έννοιες αρνητικές, αντίστοιχες με εκείνη του αρχαιοελληνικού ιδιώτη, όπως ο άξεστος, ο αγροίκος, ο αδαής, ο αγράμματος, ο απλοϊκός στον νου.
Η αποπολιτικοποίηση ως γνώρισμα της εποχής: Διαστάσεις

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2018

Η "Νόσος των Δημάρχων": Δημοτική εξουσία και κοινωνία πριν και μετά την Απλή Αναλογική. Η τριτη συζήτηση του Negroponte Politico 19.12.2018


Υπό τον τίτλο «Η Νόσος των Δημάρχων» τέσσερις νέοι αυτοδιοικητικοί προσεγγίζουν τις πραγματικές πολιτικές σχέσεις που διαμορφώνονται στο σύστημα διακυβέρνησης των Δήμων, γύρω από τον κεντρικό ρόλο του Δημάρχου. Εξετάζουν τις ενδεχόμενες παθογένειες ή στρεβλώσεις των ρόλων που οργανώνονται θεσμικά, τις σχέσεις στο εσωτερικό του συστήματος της Δημοτικής Εξουσίας και τις σχέσεις με την τοπική κοινωνία (εκλογικό σώμα- δημότες- πολίτες). Ρίχνουν φως στο πως γίνεται αντιληπτή η πολιτική εντολή σε σχέση με το πρόγραμμα δημοτικής πολιτικής. Όλα αυτά υπό το πρίσμα του ισχύοντος πριν τον ν.4555/2018 εκλογικού συστήματος και εν συνεχεία (ως εκτίμηση) υπό το πρίσμα του νέου εκλογικού συστήματος της Απλής Αναλογικής. Τελικά:

Δίνουμε έμφαση στη διαφανή άσκηση της δημοτικής εξουσίας, στη λογοδοσία και την συμμετοχή των πολιτών και τον κοινωνικό έλεγχο;
Πως διαμορφώνονται οι σχέσεις με την εκ του νόμου μονοπαραταξιακή πλειοψηφία και με την αναγκαία διαπαραταξιακή πλειοψηφία που «κτίζεται» μετά τις εκλογές μέσα στο Συμβούλιο; Υπάρχει χώρος για την μειοψηφία;
και άλλα τινά.........


Σάββατο 25 Αυγούστου 2018

Youthnest: Στα άγονα περιβάλλοντα γεννιούνται οι πιο γόνιμες ιδέες!



Αναδημοσίευση από:  https://stentoras.gr/ 
Συνέντευξη στην Χρύσα Δότσα,

Συντονίστρια δράσεων Skywalker.gr 


Συναντώντας τη Θάλεια Ρίζου, ιδρύτρια του Youthnest, δεν μπορείς να μην προσέξεις την καθαρή ματιά και το ειλικρινές χαμόγελό της. Συζητώντας μαζί της, είναι αδύνατο να μη σκεφτείς: «Όσο υπάρχουν τέτοια μυαλά, υπάρχει ελπίδα». Και, παίρνοντας μέρος σε κάποια από τις πρωτοβουλίες του Youthnest, είμαι σίγουρη ότι συνειδητοποιείς πως η απόφασή σου να λάβεις ενεργό δράση για την κοινωνία στην οποία ανήκεις είναι μια ιδέα υπέροχη, πέρα από αναγκαία.

Τι είναι το Youthnest, Θάλεια, και πώς δημιουργήθηκε;

Είμαστε μια αστική μη κερδοσκοπική εταιρία η οποία δημιουργεί δράσεις και προγράμματα με εκπαιδευτικό χαρακτήρα, που συνδυάζουν την εμπειρία των παλαιότερων γενεών με την καινοτομία των νεότερων, με σκοπό την παραγωγή ουσιαστικού αποτελέσματος για την κοινωνία. Έτσι, προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο γύρω μας, ξεκινώντας από τον τόπο που ζούμε.
Ξεκινήσαμε πριν από δύο χρόνια μέσω του προγράμματος Start που «τρέχουν» το Goethe-Institut Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Robert Bosch Stiftung, δράση που στηρίζει νέους ανθρώπους που έχουν μια ιδέα με κοινωνικό ή πολιτιστικό αντίκτυπο. Στην αρχή είχαμε κατεύθυνση τον πολιτισμό, στην πορεία όμως συνειδητοποιήσαμε ότι την επταμελή ομάδα μας συνδέει η κοινή επιθυμία να ζούμε, να εργαζόμαστε και να σπουδάζουμε σ’ έναν τόπο που καινοτομεί, πράγμα που μας οδήγησε σε κοινωνικό-εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Kι επειδή σ’ αυτό το αντικείμενο υπήρχε τεράστια έλλειψη στη Θεσσαλονίκη, αποφασίσαμε να συνδυάσουμε τις δυνάμεις, τις γνώσεις και τις δεξιότητές μας και να δημιουργήσουμε έναν οργανισμό που θα συμβάλει σ’ αυτό. Κερδίσαμε τη χρηματοδότηση του προγράμματος, την οποία επενδύσαμε στους ανθρώπους μας, με αποτέλεσμα να φτιάξουμε έναν δυνατό πυρήνα.

Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

URBACT: 25 καλές πρακτικές συνεργασίας ευρωπαϊκών πόλεων εντάχθηκαν στο Πρόγραμμα.



Η Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος URBACT στις  4 Απριλίου 2018 ενέκρινε 25 Δίκτυα Μεταφοράς Καλών Πρακτικών στα οποία συμμετέχουν 75 ευρωπαϊκές πόλεις.
Στα εγκεκριμένα 25 Δίκτυα Μεταφοράς λαμβάνουν μέρος  20 ευρωπαϊκές χώρες. Το 36% των πόλεων που συμμετέχουν στα 25 δίκτυα είναι νεοεισερχόμενοι στο URBACT.
Κάθε δίκτυο, αποτελούμενο από 3 πόλεις, ξεκινά μια πρώτη φάση εργασίας,  διάρκειας έξι μηνών.  Κατά την πρώτη φάση χορηγούνται οι πόροι ώστε να προωθηθούν οι συνεργασίες και οι εταιρικές σχέσεις ανάμεσα στις πόλεις και να προσδιοριστούν οι σχετικοί εταίροι, να αναπτυχθεί μια κοινή αντίληψη της Καλής Πρακτικής που πρέπει να μεταφερθεί, να εξεταστούν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την επιτυχημένη μεταφορά της Καλής πρακτικής σε τοπικό πλαίσιο και να καθοριστεί η μεθοδολογία για τα Δίκτυα Μεταφοράς. Τα Δίκτυα Μεταφοράς θα πρέπει να αποτελούνται από τουλάχιστον 5 έως και 8 εταίρους.


Στα 25 Δίκτυα Μεταφοράς συμμετέχουν πόλεις της Ελλάδας και της Κύπρου και πιο συγκεκριμένα:

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

Εργαστήριο πολιτών: Η σημασία της συμμετοχής





Ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια του προγράμματος ΠΟΛΗ2 είναι τα εργαστήρια που διοργανώνονται ώστε να καθοδηγήσουν τους ενδιαφερόμενους να εξελίξουν τις ιδέες τους σε πραγματοποιήσιμες και βιώσιμες προτάσεις. Το πρώτο ολοήμερο εργαστήριο έγινε κιόλας στο Σεράφειο του δήμου Αθηναίων, το Σάββατο 31 Μαρτίου.
Στην πρώτη αυτή μεγάλη συνάντηση, έγινε ενημέρωση για τις προσκλήσεις  ενδιαφέροντος  που ανακοινώθηκαν για τους θεματικούς άξονες «ΓΕΙΤΟΝΙΑ», «ΔΡΟΜΟΣ», «ΚΤΙΡΙΟ» αλλά μπήκαμε και «στα βαθιά». Οι επιμελητές μοιράστηκαν μαζί μας παραδείγματα και ιδέες για παρεμβάσεις σε κάθε άξονα, ενώ και οι συμμετέχοντες κουβέντιασαν για τη δική τους εμπειρία από τις γειτονιές τους και την ανάγκη τους να αναδιαμορφώσουν το δημόσιο χώρο για να γίνει πιο προσβάσιμος, πιο φιλικός, πιο «δικός» τους.

Εργαστήρια πολιτών: η σημασία της συν-δημιουργίας



Το λανσάρισμα της ιστοσελίδας του ΠΟΛΗ2 (http://www.polis2.thisisathens.org/συνέπεσε με τα πρώτα εργαστήρια που διοργανώνουμε για την εξέλιξη των προτάσεών σας. Πού αλλού; Στο Σεράφειο του δήμου Αθηναίων. Διαβάζοντας αναλυτικά την περιγραφή του προγράμματος θα καταλάβεις ότι τα εργαστήρια, που θα γίνουν υπό την επίβλεψη της ομάδας έργου και φυσικά των εξειδεικευμένων επιμελητών για κάθε θεματικό άξονα παρέμβασης, βρίσκονται στην καρδιά της φιλοσοφίας του ΠΟΛΗ2.

Η Πόλη στο Τετράγωνο - ΠΟΛΗ2



Ο Δήμος Αθηναίων ενθαρρύνει τις διαδικασίες για συν-δημιουργία της ταυτότητας της πόλης και δημιουργεί ευκαιρίες συνεργασίας και ανάπτυξης.

Το ΠΟΛΗ² [ΠΟΛΗ στο ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ] είναι ένα πιλοτικό πρόγραμμα του δήμου Αθηναίων, που υλοποιείται από την Εταιρεία Ανάπτυξης και Τουριστικής Προβολής Αθηνών και υπογράφεται από το This is Athens και καλεί τους κατοίκους και τους επαγγελματίες της Αθήνας να συν –δημιουργήσουν την ταυτότητα της πόλης.
Το ΠΟΛΗ² παρέχει μικρές οικονομικές επιχορηγήσεις και αναπτυξιακή υποστήριξη σε κατοίκους, επαγγελματίες, επίσημες κι ανεπίσημες ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, ώστε να προχωρήσουν σε συνεργατικές παρεμβάσεις στην πόλη.
Με τη δράση «ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ», το πρόγραμμα προσφέρει οικονομική και τεχνική υποστήριξη σε κατοίκους και επιχειρήσεις ώστε να υλοποιήσουν δικές τους προτάσεις για ήπιες, μικρής κλίμακας παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο.
Με τη δράση «ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ», το πρόγραμμα προβλέπει την αξιοποίηση εγκαταλειμμένων καταστημάτων του κέντρου της Αθήνας και έχει στόχο να δώσει πνοή στις υποβαθμισμένες περιοχές.
  «Καλούμε τους Αθηναίους να συν-διαμορφώσουν την ταυτότητα της πόλης και να αποφασίσουν οι ίδιοι για το πώς θα κάνουν τη γειτονιά τους πιο λειτουργική και πιο όμορφη. Με αυτή μας τη δράση, θέλουμε να αναδείξουμε ξεχασμένες γωνιές της πόλης, να αναζωογονήσουμε εγκαταλειμμένα σημεία και, προπαντός, να αυξήσουμε τη χρήση του δημόσιου χώρου. Δίνουμε κίνητρα για να κινητοποιήσουμε όλους τους ενεργούς πολίτες της Αθήνας. Με από κοινού δράσεις, μπορούμε να κάνουμε την πόλη μας πιο ελκυστική για κατοίκους και επισκέπτες».

Γιώργος Καμίνης
δήμαρχος Αθηναίων



Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017

Όψεις του νεοφιλελευθερισμού: Το πέρασμα από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα. Παραδείγματα από τον χώρο των πόλεων

Αναδημοσίευση από homo-hominus.net 
Εισαγωγή
Οι αλλαγές που επήλθαν στις δυτικές κοινωνίες ως απόρροια της Γαλλικής όσο και, κυρίως, της Βιομηχανικής Επανάστασης, ήταν τόσο ευρείες και σημαντικές που σηματοδότησαν την αλλαγή μιας εποχής. Αν και στα κοινωνικά ζητήματα η περιοδολόγηση ποτέ δεν είναι απόλυτη ούτε εύκολη, ο νεωτερικός χαρακτήρας των δυτικών κοινωνιών σχηματοποιήθηκε πλήρως στις αρχές του 20ού αιώνα. Μία από τις εξέχουσες πλευρές του χαρακτήρα αυτού είναι η έμφαση στην οικονομική διάσταση του κοινωνικού φαινομένου, γεγονός που είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην ανάπτυξη του αστικού χώρου.
Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, συνεπεία μιας σημαντικής οικονομικής κρίσης, επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο επί 70 χρόνια κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο παράδειγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ως αποτέλεσμα αναδύθηκαν πολύπλευρες κριτικές απέναντι στο προηγούμενο παράδειγμα, η ένταση και ευρύτητα των οποίων οδήγησε στη διατύπωση της άποψης πως ίσως πρόκειται για ακόμα μία αλλαγή εποχής. Η εποχή της μετανεωτερικότητας, όπως αποκλήθηκε, συνεχίζει να δίνει έμφαση στην οικονομική διάσταση, αλλά με έναν διαφοροποιημένο τρόπο που, στον αστικό χώρο, αποτυπώθηκε με νέες μορφές.
Αντικείμενο της παρούσας εργασίας αποτελεί η συνοπτική παρουσίαση των χαρακτηριστικών της νεωτερικόττηας και της μετανεωτερικότητας και η επίδραση στον αστικό χώρο λόγω της μετάβασης από τη μία θεώρηση στην άλλη. Προς το σκοπό αυτό αρχικά θα επιχειρήσουμε μια αδρομερή περιγραφή της εποχής της νεωτερικότητας μέσω της επιγραμματικής αναφοράς στα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού και του τρόπου που αυτός επέδρασε στη διαμόρφωση των πόλεων. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα της κρίσης του 1970, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε η μετάβαση στη μετανεωτερικότητα και πώς οι αρχές του μεταμοντερνισμού επηρρέασαν την ανάπτυξη και τον κοινωνικό χαρακτήρα των πόλεων.

Η ανάδυση των νεωτερικών πόλεων
Με τον όρο νεωτερικότητα περιγράφεται η εποχή της ανάδυσης του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου, όψεις του οποίου διακρίνονται από την εποχή του Διαφωτισμού (Gregory, 2009: 471). Ωστόσο, ως διακριτή ιστορική οντότητα, η νεωτερικότητα διαμορφώθηκε κυρίως κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια του 20ού αιώνα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 224), υπό το βάρος της επίδρασης οικονομικών και τεχνολογικών παραγόντων, οι οποίοι οδήγησαν σε συνακόλουθες κοινωνικές και πνευματικές μεταβολές. Από τις σημαντικότερες μεταβολές της περιόδου υπήρξε η συμπίεση χρόνου – χώρου, η μεταβολή δηλαδή της αίσθησης του ανθρώπου για τον χρόνο και τον χώρο ως αποτέλεσμα τόσο νέων τεχνολογιών στις επικοινωνίες και στις μεταφορές, όσο και των αναγκών του καπιταλισμού για αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου (Harvey, 2009).
Χαρακτηριστικές όψεις της νεωτερικότητας αποτελούν οι αστικές, ταξικές κοινωνίες και η βιομηχανική παραγωγή. Τα ιδανικά της νεωτερικότητας εκφράστηκαν στον μοντερνισμό, το κίνημα που διαπέρασε όλες τις εκφάνσεις της πνευματικής δραστηριότητας στον δυτικό κόσμο για τα πρώτα τρία τέταρτα του 20ού αιώνα. Ο μοντερνισμός υιοθετεί τα πνευματικά ιδανικά του Διαφωτισμού, αναζητώντας την τάξη στον κόσμο μέσω του ορθολογισμού και δίνοντας έμφαση στην εύρεση των οικουμενικών, μεγάλων αληθειών (Harvey, 2009: 34, Gregory, 2009: 471). Μέσω της λειτουργικότητας προσπαθεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την φυσική αναγκαιότητα και να τον οδηγήσει σε διαρκή πρόοδο. Ως αποτέλεσμα της πίστης του στην πρόοδο, ο μοντερνισμός διατηρεί το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον και ως εκ τούτου έρχεται σε ρήξη με την παράδοση και την ιστορικότητα, κάτι που τον οδηγεί στην δημιουργία διπολικών σχημάτων ως προς την κατανόηση του κόσμου (Gregory, 2009: 472).
Η εδραίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών της νεωτερικότητας επέδρασε στην δομή και οργάνωση των πόλεων ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι νεωτερικές πόλεις σχηματοποιήθηκαν καθώς η αυξανόμενη εμφάνιση των εργοστασίων, μέσω των διαδοχικών κυμάτων της βιομηχανικής επανάστασης, και η ένταση των ταξικών ανταγωνισμών μετασχημάτισαν ριζικά το μεσαιωνικό αστικό τοπίο των ευρωπαϊκών πόλεων ή οδήγησαν στην εμφάνιση εντελώς νέων, πολυπληθών –μα εξαθλιωμένων- αστικών κέντρων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 215 – 216).1 Με αφορμή τον εξευγενισμό των πόλεων και την αντιμετώπιση των τοπίων εξαθλίωσης που συνόδευσαν την βιομηχανική επέκταση, στα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρούνται οι πρώτες πολεοδομικές παρεμβάσεις ευρείας κλίμακας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της αναμόρφωσης του Παρισιού από τον Haussmann, όπου η «επιβολή της ευθείας» των μεγάλων λεωφόρων παρουσιάστηκε ως εξορθολογισμός της πόλης, στοχεύοντας όμως ουσιαστικά στον οικονομικό (μέσω της αύξησης της υπεραξίας της γης), οπτικό αλλά και αστυνομικό (μετά την εμπειρία των οδοφραγμάτων στα στενά του Παρισιού ) έλεγχο του αστικού τοπίου από τα ανώτερα στρώματα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 84 – 86, Hobsbawm, 2008: 249). Καθώς σταδιακά η όραση καθίσταται σημαντικό στοιχείο στην εμπειρία του αστικού τοπίου, με τη χρήση νέων τεχνολογιών (μεταλλικές κατασκευές, γυάλινες επιφάνειες, σκυρόδεμα) επιχειρείται η όραση διαμέσω των κτιρίων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 88), ενώ στην οργάνωση του τοπίου αναζητείται η οπτική τάξη της ευθείας (μεγάλες λεωφόροι κλπ) (Gregory, 2009: 473).
Από τις αρχές του 20ού αιώνα ωστόσο σχηματοποιήθηκε ένα συνολικότερο πλαίσιο μοντερνιστικής αντιμετώπισης των πόλεων. Η εδραίωση του φορντισμού ως κυρίαρχου βιομηχανικού παραδείγματος οδήγησε στην εμφάνιση μεγαλύτερων βιομηχανικών μονάδων, καθώς η στόχευση σε μαζική παραγωγή τεραστίων ποσοτήτων απαιτούσε την συγκέντρωση των επιμέρους παραγωγικών διαδικασιών στον ίδιο χώρο και συνακόλουθα οδήγησε στη συσσώρευση μαζικού εργατικού δυναμικού γύρω από τα υπερμεγέθη εργοστάσια (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 220). Υπό τις επιταγές του φορντισμού σχηματοποιήθηκαν οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της βορειοδυτικής Ευρώπης με τις κεντρικά χωροθετημένες βιομηχανικές μονάδες. Μέσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον ο μοντερνισμός στοχεύει σε συγκροτημένες και ολιστικές προσπάθειες απάντησης στα ζητήματα αστικού χώρου μέσω του σχεδιασμού (Gregory, 2009: 471). Αναπτύσσονται η πολεοδομία και η αστική αρχιτεκτονική και, μέσω διεθνών συνεδρίων, εξετάζονται τα ζητήματα της σχέσης των κτιρίων με τον κοινωνικό και οικονομικό τους περίγυρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 278) Οι ορθολογιστικές αρχές του φορντισμού και ο προσανατολισμός του αποκλειστικά στην οικονομική ανάπτυξη επηρέασαν την μοντερνιστική πολεοδομία, οδηγώντας στην αντιμετώπιση του αστικού χώρου με βάση τις βασικές λειτουργίες της πόλης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 280 – 281). Η «φορντική πόλη» διακρίνεται από την εφαρμογή ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (εργασίας, κατοικίας, βιομηχανίας κλπ) και από την έμφαση στην βελτίωση της κυκλοφορίας μεταξύ των ζωνών (Harvey, 2009: 102).

Οι ανάγκες ανοικοδόμησης και αντιμετώπισης των μαζικών κοινωνικών προβλημάτων που προέκυψαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσαν περεταίρω ώθηση στην εφαρμογή των μοντερνιστικών επιταγών αστικού σχεδιασμού και ενέτειναν τον κοινωνικό προσανατολισμό τους. Ως συνέπεια η μορφή προκύπτει με βάση τις ανάγκες της λειτουργίας (Harvey, 2009: 101)· η λειτουργία όμως δεν συνίσταται στην απλή πρακτικότητα, αλλά είναι προσανατολισμένη στην πραγμάτωση των ιδανικών ενός εναλλακτικού, καλύτερου κοινωνικά κόσμου (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 296). Είναι ενδεικτικός ο τρόπου που επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί το επιτακτικό ζήτημα της μαζικής στέγασης από τον Λε Κορμπυζιέ και άλλους μοντερνιστές αρχιτέκτονες. Προτάθηκε (και σε ορισμένες περιπτώσεις υλοποιήθηκε)2 η δημιουργία «πύργων κατοικίας», μεγάλων συγκροτημάτων διαμερισμάτων (που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν τους χιλιάδες ενοίκους και ενσωμάτωναν δραστηριότητες αναψυχής) με χρήση προκατασκευασμένων τμημάτων που θα ελαχιστοποιούσαν το κόστος κατασκευής. Οι πύργοι κατοικίας, που ήταν αποτέλεσμα τόσο των μοντερνιστικών αρχιτεκτονικών ιδεών όσο και των κερδοσκοπικών πιέσεων του κεφαλαίου στη γη (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279-280), έδωσαν τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε λειτουργικές κατοικίες σε χιλιάδες οικογένειες, όμως ο ομογενοποιητικός τους χαρακτήρας ενίοτε δημιούργησε μη ανθρώπινα περιβάλλοντα διαβίωσης (Harvey, 2009: 69).3

Κρίση και μετανεωτερικότητα
Τη δεκαετία του 1970 ο δυτικός καπιταλισμός εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο οικονομικής κρίσης, από την οποία προέκυψε ένα ρεύμα κριτικής των μοντερνιστικών αξιών και, συνακόλουθα, διαφορετικές προσεγγίσεις στον αστικό χώρο. Η οικονομική κρίση αποτελούσε μια χαρακτηριστική κρίση καπιταλιστικής υπερσυσσώρευσης και οφειλόταν στην εξάντληση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής του τρέχοντος συστήματος κεϋνσιανισμού – μαζικής παραγωγής / κατανάλωσης, εντός των πλαισίων ανταγωνισμού της εντεινόμενης παγκοσμιοποίησης (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 222). Η κρίση εκφράστηκε με άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, κατακόρυφη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και στροφή στη ζήτηση μη τυποποιημένων προϊόντων, ενώ την ίδια περίοδο αναδύθηκαν πλείστα κινήματα (οικολογικά, εναλλακτικής διαβίωσης κ.ά.) που ασκούσαν κριτική στο τρέχον μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσης. Σημαντική ήταν η επίδραση εξελίξεων όπως η αποϋλοποίηση του χρήματος (κάτι που προσέδωσε μεγαλύτερη ευελιξία στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο), ενώ η ευρεία διάδοση των media και οι νέες τεχνολογίες άμεσης διάδοσης πληροφοριών (ειδικά από τη δεκαετία του 1980 κι έπειτα) οδήγησαν σε έναν νέο γύρο συμπίεσης χώρου – χρόνου (Harvey, 2009: 114).
Η κρίση τελικά δεν έφερε την κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά την αντικατάσταση του φορντισμού από την ευέλικτη συσσώρευση, ένα νέο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής το οποίο στοχεύει στην παραγωγή για όταν ζητηθεί. Με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων μεθόδων, εγκαταλείφθηκαν οι φορντικές βιομηχανίες μεγάλης κλίμακας και η παραγωγική διαδικασία οργανώθηκε σε υπεργολαβίες. Απαραίτητες προϋποθέσεις της ευέλικτης συσσώρευσης είναι η ευελιξία στην εργασία και η αποστέωση του συνδικαλισμού, ενώ ως μοντέλο παραγωγής οδήγησε τελικά στην παγκόσμια άνοδο του τομέα υπηρεσιών (με έμφαση στις υπηρεσίες παραγωγού –νομικά, πληροφόρηση, έρευνα και ανάπτυξη, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες κ.ά.) (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223 – 225). Καθώς ο πυρήνας της καπιταλιστικής οικονομίας δεν είναι πλέον η δευτερογενής παραγωγή αλλά ο τεταρτογενής τομέας, το νέο αυτό στάδιο καπιταλισμού χαρακτηρίζεται συχνά ως «οικονομία της γνώσης» (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 320). Σε ιδεολογικό επίπεδο, η πτώση του κεϋνσιανισμού ακολουθήθηκε από την κατακόρυφη άνοδο της επιρροής του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος γενικά υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και ροές κεφαλαίου, αλλά απαιτεί σφραγισμένα σύνορα για την εργασία μαζί με εξαφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού σε όλα τα επίπεδα (Gregory, 2009: 570).
Ο μετασχηματισμός του οικονομικού παραδείγματος συνοδεύτηκε από συστηματική κριτική στις αξίες του μοντερνισμού, σε βαθμό που άρχισε να γίνεται λόγος για αλλαγή εποχής.4 Η νέα εποχή χαρακτηρίστηκε ως «μετανεωτερικότητα» και το πνευματικό κίνημα που εκφράζει τις αρχές της «μεταμοντερνισμός». Χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού είναι η απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και ο μεταπαραδειγματικός του χαρακτήρας (Λεοντίδου, 2011: 217).5 Δίνει έμφαση στο επιμέρους, στην τοπική ταυτότητα, στην ετερότητα, στην επικοινωνία, ενώ αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως πολυσήμαντο μωσαϊκό (Λεοντίδου, 2011: 215). Ουσιαστικό ρόλο στην μεταμοντερνιστική πρόσληψη της πραγματικότητας παίζει η φαντασία, η εικόνα και η αισθητική λειτουργία (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 327, Λεοντίδου, 2011: 214),6 τάσεις που σχετίζονται με την ταυτόχρονη άνοδο των media και την τηλεοπτική επέκταση (Gregory, 2009: 567), οι οποίες εξάλλου ευνοούνται από την επιφανειακή προσέγγιση του μεταμοντερνισμού (Harvey, 2009: 96).
Οι διαδικασίες που συνόδευσαν την μετάβαση στην ευέλικτη συσσώρευση είχαν σημαντικές προεκτάσεις στον χώρο και στο τόπο, αφού παγκοσμίως σημειώθηκε ανακατανομή παραγωγικών και οικονομικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 223).7 Η θεώρηση του μεταμοντερνισμού για τον χώρο αναγκαστικά επηρεάστηκε από τη νέα οικονομική οργάνωση και οδήγησε στην πρωτοκαθεδρία του χώρου έναντι του χρόνου και στην ανασημασιοδότηση των χωρικών κλιμάκων σε κάθε επίπεδο, ευνοώντας τη νέα χωρική διάρθρωση των καπιταλιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων (Λεοντίδου, 2011: 213, Λεοντίδου κ.ά., 2013: 334).8
Στον αστικό χώρο ειδικότερα, συνειδητοποιήθηκε πως η «μητροπολιτική κουλτούρα» του μοντερνισμού (Gregory, 2009: 470) ήταν υπεύθυνη για τη δημιουργία ποικίλλων προβλημάτων, όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, τα κυκλοφοριακά προβλήματα,9 η αποξένωση, η αίσθηση του ανοίκειου, το αίσθημα απειλής, ο κατακερματισμός του χώρου λόγω των ζωνών αποκλειστικών χρήσεων (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 291-294, Λεοντίδου, 2011: 224), ενώ η ομογενοποιητική επίδραση του μοντερνιστικού πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής δημιούργησε «καταπιεσμένες επιθυμίες» στα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα (Harvey, 2009: 120). Για τον μεταμοντερνισμό οι πόλεις δεν αποτελούν πεδία εφαρμογής κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά «ετεροτοπίες», δηλαδή χώροι όπου συνυπάρχουν πολλαπλές νοηματοδοτήσεις και πραγματικότητες (Harvey, 2009: 82). Με την οπτική αυτή το διαφορετικό δεν συνιστά λ.χ. ταξικό πρόβλημα, αλλά απεναντίας ενισχύει τον πλουραλισμό.
Ο μεταμοντερνισμός πράγματι εξυμνεί την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα ως θετικούς κοινωνικούς και χωρικούς παράγοντες. Ως απότοκο αυτής της θεώρησης, μεταμοντερνιστές εξυμνούν την κιτς αισθητική του Λας Βέγκας ή δυσφημισμένων προαστίων, επειδή αυτήν την αισθητική φαίνεται να επιλέγουν τα μεσοαστικά στρώματα, ανεξαρτήτως φύλου, χρώματος κλπ. Κατά την άποψη αυτή «η Disneyland φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους (σσ: και γι’ αυτό είναι πιο αληθινή), απ’ οτιδήποτε κατάφεραν ποτέ να τους δώσουν οι αρχιτέκτονες» (Harvey, 2009: 94). Τέτοιες θεωρήσεις ωστόσο αναδεικνύουν τον κοινωνικό μυωπισμό του μεταμοντερνισμού, καθώς στην προσπάθειά τους να εστιάσουν στην μικρή κοινωνική κλίμακα, αγνοούν τις μεγαλύτερες, καθιστώντας τα μεταμοντερνιστικά επιχειρήματα εκ των υστέρων εκλογικεύσεις. Οι υπερασπιστές της «Disneyland» λ.χ. δεν εξετάζουν από πού αντλούν τα μεσοαστικά στρώματα αυτές τις συγκεκριμένες αισθητικές προτιμήσεις και τον ρόλο των κυρίαρχων επικοινωνιακών, καταναλωτικών και οικονομικών προτύπων στην διαμόρφωσή τους.
Πάντως, οι προσεγγίσεις του μεταμοντερνισμού στον αστικό χώρο εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο που προέκυψε από τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό. Καθώς η οικονομική κρίση του 1970 ενέτεινε το ενδιαφέρον για μη χρηματικό κεφάλαιο υπήρξε μία γενικότερη στροφή -μεταξύ άλλων- στη γη ως επενδυτική δραστηριότητα. Η αύξηση της υπεραξίας της ενέτεινε την κερδοσκοπία στη γη και δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανοικοδόμηση στον αστικό χώρο (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 286). Ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής αναδύθηκαν τα διάφορα σχέδια επαναστικοποίησης και εξευγενισμού του κέντρου των αποβιομηχανοποιημένων πόλεων. Εξάλλου οι παγκοσμιουπόλεις, πλανητικοί επιχειρηματικοί κόμβοι που δημιουργήθηκαν μέσα στα πλαίσια της «οικονομίας της πληροφορίας», έχουν ανάγκη από εντοπισμένα χωρικά και επικοινωνούντα δίκτυα συναφών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και από μεγάλους γραφειακούς χώρους που να στεγάζουν τις λειτουργίες αυτές. Πράγματι, σε μεγάλο ποσοστό δράσεων εξευγενισμού τα εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτίρια στα κέντρα ευρωπαϊκών πόλεων μετατράπηκαν σε γραφειακά συγκροτήματα.
Οι μετανεωτερικές πόλεις αλλάζουν αναγκαστικά χαρακτήρα: η πόλη δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινωνικός σχηματισμός με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατοίκων της, αλλά ως επιχειρηματική μονάδα με στόχο την προσέλκυση διεθνούς επενδυτικού κεφαλαίου εντός ενός πλαισίου παγκόσμιου ανταγωνισμού και κεφαλαιακής ευελιξίας (Λεοντίδου, 2011: 217, 226, 227). Στην επιχειρηματική πόλη ο κοινωνικός προσανατολισμός της αρχιτεκτονικής είναι επιζήμιος· πλέον η μορφή δεν ακολουθεί τη λειτουργία, αλλά τη χρηματοδότηση και τον εντυπωσιασμό (Harvey, 2009: 115). Η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική υιοθετεί πιο αισθητική κι εκλεκτικιστική αντιμετώπιση του σχεδιασμού με ανάμιξη κομματιών από το παρελθόν κατά βούληση και επιζητά τη μνημειακότητα, τη θεατρικότητα και την οργάνωση του χώρου ως θεάματος, την ψευδαίσθηση του υψηλού στα όρια του κιτς (Λεοντίδου, 2011: 216, Harvey, 2009: 89, 135).10 Αντί του πολεοδομικού προγραμματισμού προτιμώνται οι καινοτόμες σημειακές αναπλάσεις, οι οποίες μέσω της βελτίωσης της ορατότητας του αστικού τοπίου στοχεύουν στην προσέλκυση εφήμερων γεγονότων (Ολυμπιακοί αγώνες, πολιτιστικές πρωτεύουσες κλπ) και κεφαλαίου (Λεοντίδου, 2011: 227-228).
Μέσα σε αυτό το μετανεωτερικό εμπορευματικό πλαίσιο δεν εκπλήσσει το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορία: για να αυξηθεί η επενδυτική ανταγωνιστικότητα του τόπου θα πρέπει να διακρίνεται για την ταυτότητά του. Ο χώρος προσεγγίζεται ως τόπος με μνήμη (Λεοντίδου, 2011: 219 – 221)· ο μεταμοντερνισμός θεωρητικά αναζητά την τάξη στον μεταβαλλόμενο κόσμο μέσω της συνέχειας παρελθόντος και παρόντος (Harvey, 2009: 123), παρέχοντας όμως ταυτόχρονα στο επενδυτικό κεφάλαιο ένα πλαίσιο δημιουργίας υπεραξιών πάνω στη γη. Το ενδιαφέρον του μεταμοντερνισμού για την ιστορικότητα συνδέεται επίσης με την ανάγκη του ύστερου εμπορικού καπιταλισμού να δημιουργεί και να διατηρεί ζήτηση σε νέες αγορές υπηρεσιών (Harvey, 2009: 98-99). Η κατεύθυνση αυτή εξηγεί τη γενικότερη μετανεωτερική προσέγγιση της πολιτισμικής κληρονομιάς ως μαζικό καταναλωτικό προϊόν (πολιτισμική βιομηχανία), η οποία όμως έχει ως αποτέλεσμα την επιφανειακή και εμπορική ανάγνωση της ιστορίας (Harvey, 2009: 98).11

Η αστική οπτική του μεταμοντερνισμού και η στροφή στην επιχειρηματική πόλη προσέδωσαν ένα αναπάντεχο συγκριτικό πλεονέκτημα στις μεσογειακές πόλεις (Λεοντίδου, 2011: 230), οι οποίες εξάλλου ποτέ δεν χώρεσαν στα ερμηνευτικά σχήματα του μοντερνισμού. Η προσθετική τους ανάπτυξη, που αποκαλούσε πονοκέφαλο για τους μοντερνιστές πολεοδόμους, καθιστά τις μεσογειακές πόλεις την ιδανική «κουρελού» διαφορετικότητας για τους μεταμοντερνιστές (Λεοντίδου, 2011: 226). Λόγω των μικτών χρήσεων γης οι πόλεις της Μεσογείου είναι ζωντανές καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο ενώ η μακραίωνη ιστορία και η διαρκής κατοίκησή τους είναι εμφανής μέσα στον ιστό τους (Λεοντίδου, 2011: 224). Ταυτόχρονα, το εύκρατο μεσογειακό κλίμα τις καθιστά ιδανικές για διοργάνωση μεγάλων γεγονότων ανοικτού χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Τελικά όμως, η μεταμοντερνιστική προσέγγιση στον αστικό χώρο δημιούργησε και σοβαρά προβλήματα. Λόγω των σημειακών παρεμβάσεων και της έμφασης στην διαφορετικότητα κατακερματίζεται ο ιστός των πόλεων (Harvey, 2009: 101). Ο προσανατολισμός του μεταμοντερνισμού στην αγορά τον ωθεί στη δημιουργία μονότονων τοπίων, κάτι για το οποίο οι μεταμοντερνιστές ασκούσαν κριτική στον ιδεαλισμό του μοντερνισμού (Harvey, 2009: 116). Επίσης, ο μεταμοντερνιστικός εκλεκτικισμός εντείνει τις ταξικές διαφορές στον αστικό χώρο και επιπλέον, καθώς η μετατροπή των πόλεων σε τουριστικούς προορισμούς γίνεται με απομύζηση των πόρων των κατοίκων, το οικιστικό περιβάλλον καταλήγει να υπεξαιρείται από τους κατοίκους προς όφελος μιας παγκόσμιας άρχουσας τάξης (Λεοντίδου, 2011: 231). Μάλιστα, καθώς η προσέλκυση του διεθνούς κεφαλαίου γίνεται με τρόπους που δεν εγγυώνται αειφορία (Λεοντίδου, 2011: 231), τελικά το μέλλον των πόλεων υποθηκεύεται με τρόπο που δεν αποκλείει την εμφάνιση «μετανεωτερικών Ντιτρόιτ» όταν τα ενδιαφέροντα του κεφαλαίου προσανατολιστούν αλλού.
Καταλήγοντας, είναι ενδιαφέρον να δούμε επιγραμματικά πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση των τοπικών κοινωνιών στον μεταμοντέρνο σχεδιασμό των επιχειρηματικών πόλεων. Στο κοινωνικό πεδίο το πέρασμα στη μετανεωτερικότητα χαρακτηρίστηκε από την παρακμή των ταξικών αγώνων, την απόρριψη της σκληρής εργασίας και την έμφαση στον αισθησιακό καταναλωτισμό και τον ευδαιμονισμό αντί της τεϋλορικής εργασιακής πειθαρχίας και της συμβατικής ζωής της τυπικής προαστιακής οικογένειας. Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού μαζί με την μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων καλλιέργησαν ειρωνική διάθεση απέναντι στην αριστερά και στην καθαρότητα του στυλ (Λεοντίδου. 2011: 233). Σε αυτό το πλαίσιο, και μέσω ενός ευφυούς συστημικού ελιγμού, η ανασφάλεια που νιώθουν τα κατώτερα στρώματα από την ανταγωνιστική αγορά εργασίας και τον μετασχηματισμό του τόπου κατοικίας, ωθείται στην αναζήτηση ασφάλειας μέσω της δόμησης ταυτότητας, μακριά από τον ορίζοντα των ταξικών αγώνων. Όσο οι ταξικές διαφορές εντείνονται, η αναζήτηση της «κοινότητας» μες στην πόλη στρέφεται σε άλλες κατευθύνσεις. Σε αυτή την περίπτωση το διαφορετικό μπορεί να λειτουργεί εσκεμμένα ως συνδετικό: λ.χ. σε μια πόλη με πολλές μειονότητες η εθνοτική διαφοροποίηση μπορεί να εκληφθεί ως «κοινό πολυπολιτισμικό υπόστρωμα» της κοινότητας της πόλης – αρκεί να κατευνάζει τις ταξικές εντάσεις και να μπορεί να πωληθεί από τη νεοφιλελεύθερη πολιτισμική βιομηχανία.12

Επίλογος
Αν κάτι έμεινε αναλλοίωτο κατά τη μετάβαση των πόλεων από τη νεωτερικότητα στη μετανεωτερικότητα ήταν η κατεξοχήν οικονομική τους διάσταση: από τη φορντική στην επιχειρηματική πόλη, ο αστικός χώρος οργανώνεται με μια οπτική κατά βάση οικονομική. Ωστόσο ο μοντερνισμός, στην προσπάθειά του να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις αναγκαιότητες της επιβίωσης, τον σκλάβωσε στα δεσμά μιας ορθολογιστικής γραφειοκρατίας που εστίαζε μόνο στις μεγάλες ποσότητες, αγνοώντας τις ποιότητες. Από αυτή τη χροιά της μοντερνιστικής σκέψης εκίνησε η μεταμοντερνιστική κριτική.
Πράγματι, ο μεταμοντερνισμός κατάφερε να δημιουργήσει έναν ανοιχτό χαρακτήρα που του επέτρεψε να κατανοήσει την ετερότητα. Με την εστίαση στην τοπικότητα και στη διαφορά προσέφερε απελευθερωτική δυναμική σε ποικίλα κοινωνικά κινήματα. (Harvey, 2009: 81, 160-162). Ωστόσο, η σύνδεση του μεταμοντερνισμού με τους κανόνες της αγοράς και το νεοφιλελευθερισμό οδήγησαν σε κατακερματισμό του χώρου, μηδενιστική αποδόμηση και στην ενίσχυση της εξουσίας (Harvey, 2009: 165-166). Η μεταμοντερνιστική απόρριψη των μεγάλων αφηγήσεων και η εστίαση στην τοπικότητα δεν καταργούν τα συνολικά ιδεολογικά σχήματα από τον προγραμματισμό των παγκόσμιων οργανισμών που ρυθμίζουν τις ζωές μας σε υπερτοπικό επίπεδο.13
Ακόμα χειρότερα όμως, η ρητορική του μεταμοντερνισμού είναι επικίνδυνη επειδή αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με τις πραγματικότητες της πολιτικής οικονομίας και τις συνθήκες της παγκόσμιας εξουσίας (Harvey, 2009: 166). Η αποστροφή του μεταμοντερνισμού για τις μεγάλες αφηγήσεις ταυτόχρονα με την έμφασή του στη φαντασία και στην ετερότητα (όλα είναι διαφορετικά, αλλά με ίση αξία) λειτουργεί τελικά υπέρ του λαϊκισμού, της εύκολης πειθούς και του εντυπωσιασμού του επιχειρήματος έναντι του ίδιου του επιχειρήματος. Χωρίς το συνεκτικό πλαίσιο της μεγάλης αφήγησης, κάθε επιμέρους επιχείρημα μπορεί να παρουσιαστεί πειστικά ως μεγάλη αλήθεια – αφού δεν έχει ανάγκη από ένα συστηματικό πλαίσιο εξήγησης από το οποίο να αντλεί την εγκυρότητά του. Μια τέτοια στάση ευνοεί τελικά τις συντηρητικές και λαϊκίστικες πολιτικές, στρέφοντας την κοινωνία σε μια κατεύθυνση υπέρ του νεοφιλελευθερισμού και διασφαλίζοντάς του τα μέσα κοινωνικής αναπαραγωγής του, αφού ακόμα και οι καταπιεζόμενοι του συστήματος το βλέπουν με την δική του οπτική.14
Βιβλιογραφία

Λεοντίδου, Λ., κ.ά. (2013), Γενική Γεωγραφία, Ανθρωπογεωγραφία και υλικός πολιτισμός της Ευρώπης – Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός. Πάτρα: ΕΑΠ.
Λεοντίδου, Λ. 2011, Αγεωγράφητος χώρα – Ελληνικά είδωλα στους επιστημολογικούς αναστοχασμούς της ευρωπαϊκής Γεωγραφίας, Αθήνα: Προπομπός.
Gregory κ.ά. (2009), The dictionary of Human Geography, Chichester: Wiley – Blackwell.
Harvey, D. 2009, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας – Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολλής, μτφρ. Ε. Αστερίου, Μεταίχμιο, Αθήνα.
Hobsbawm, E. 2008, Επαναστάτες, μτφρ. Π. Μπουρλάκης, Θεμέλιο, Αθήνα.
«Unité d’ Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015.
«Resurgence of the Traditional Wet Shaving Technique Drives the Global Non-Electric Shavers Market, According to a New Report by Global Industry Analysts, Inc.», Prweb, http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm , 23 Απριλίου 2015.

1. Η δημιουργία ενός εργοστασίου συνοδευόταν από την συρροή –και προσωρινή εγκατάσταση- μεγάλων εργατικών πληθυσμών γύρω του. Οι παραγκουπόλεις των χιλιάδων εργατών και των ανύπαρκτων συνθηκών υγιεινής συνόδευαν την εμφάνιση κάθε εργοστασίου. []
2.Χαρακτηριστικά είναι τα κτίρια «Unité d’Habitation» (μονάδων κατοικίας) που ο Λε Κορμπυζιέ σχεδίασε σε Γαλλία και Γερμανία, βλ. σχετ. «Unité d’Habitation», Wikipedia, http://en.wikipedia.org/wiki/Unit%C3%A9_d%27Habitation , 10 Απριλίου 2015. []
3. Δεν προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως η ιδέα των μαζικών εργατικών κατοικιών βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στο ανατολικό μπλοκ, καθώς συνδύαζε την μαζική στέγαση με την εφαρμογή των σοσιαλιστικών ιδανικών για αταξική συνύπαρξη []
4. Η τάση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αίσθηση κλεισίματος ενός κύκλου που εκπήγασε από τις κοσμογονικές αλλαγές που συνόδευσαν την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και που οδήγησε σε διατυπώσεις για το «τέλος της ιστορίας», το «τέλος της ιδεολογίας» κλπ. Ωστόσο, το κατά πόσο πρόκειται για όντως νέα εποχή ή όχι αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας σε πολλούς επιστημολογικούς κύκλους. Στην παρούσα ανάλυση υιοθετούμε την προσέγγιση όσων (με εξέχοντα τον Harvey) υποστηρίζουν πως πρόκειται για μετασχηματισμό εντός του καπιταλισμού κι όχι για ριζική αλλαγή παραδείγματος. []
5. Για τον μεταμοντερνισμό δεν έχει νόημα η αναζήτηση των καθολικών αληθειών, διότι τα πάντα μεταβάλλονται ραγδαία (Λεοντίδου, 2011: 217). Ακόμη όμως κι αν υπάρχουν καθολικές αλήθειες, δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν (Ηarvey, 2009: 77). []
Η εικόνα τόσο ως στιγμιαία εντύπωση, όσο και ως έκφραση κοινωνικής θέσης (συμβολικό κεφάλαιο). 6. Το επάγγελμα του image maker (διαμορφωτή εικόνας) μετουσιώνει, στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού, την εικόνα από μέσο σε σκοπό.. []
7. Ολόκληρες βιομηχανικές πόλεις ερήμωσαν, με τα κουφάρια των εργοστασίων να αιωρούνται πάνω από τους άνεργους εργατικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστικότερη όλων η περίπτωση του Ντιτρόιτ, της πάλαι ποτέ παγκόσμιας πρωτεύουσας της αυτοκινητοβιομηχανίας που ακόμα και σήμερα δεν έχει ανακάμψει. []
8. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελεί η αναδιάρθρωση του αυτοδιοικητικού χάρτη της Ελλάδας («Καποδίστριας» και «Καλλικράτης») με στόχο όχι τόσο τη συνένωση ομοειδών κοινοτήτων αλλά τη δημιουργία ικανού μεγέθους αυτοδιοικητικών μονάδων ώστε να αποτελούν συμφέρουσες επιλογές για επιχειρηματικές δραστηριότητες. []
9. Ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού τόπου εργασίας – κατοικίας (λόγω των ζωνών αποκλειστικής χρήσης) και της συνεπακόλουθης μαζικής χρήσης Ι.Χ., όσο και της χωροθέτησης των βιομηχανιών στα αστικά κέντρα (Λεοντίδου κ.ά., 2013: 279). []
10. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Piazza d’ Italia στη Νέα Ορλεάνη (Ηarvey, 2009: 138). []
11.Η τάση αυτή ισχυροποιείται τα τελευταία χρόνια, ισχυροποιώντας ως καταναλωτικά πρότυπά το ρετρό, το vintage κλπ. Η επαναφορά του παρελθόντος, ειδικά μέσα σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων, αφενός προσφέρει ένα αίσθημα οικειότητας και ασφάλειας κι αφετέρου ανοίγει μεγάλες νέες αγορές. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η βιομηχανία ειδών συναφών με την ανδρική περιποίηση: μέχρι και τη δεκαετία του 1990 η αγορά πρόβαλε τις ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές και τα προϊόντα μίας χρήσης (έτοιμοι αφροί ξυρίσματος, ξυραφάκια μιας χρήσης κλπ) ως την επιτομή της ευχρηστίας και του μοντέρνου άνδρα. Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται παγκοσμίως μια εντυπωσιακή εμπορική αναβίωση των προϊόντων παραδοσιακού ξυρίσματος (πινέλα, ξυράφια διπλής κόψης κ.ά, που, ως τρόπος περιποίησης έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ού αιώνα) και μάλιστα πρόσφατες έρευνες αγοράς διακρίνουν σημαντικές τάσεις ανόδου, βλ. σχετ. την συνοπτική παρουσίαση έρευνας αγοράς της Global Industry Analysis στο prweb, διαθέσιμο στο http://www.prweb.com/releases/cartridge_razors_market/injector_razor_market/prweb12636250.htm, 23 Απριλίου 2015. []
12.Κάτι τέτοιο ωστόσο δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει στις μεσογειακές πόλεις, λόγω του έντονου εθνικού χαρακτήρα τους και των ιστορικών αντιπαλοτήτων με τις γειτονικές χώρες (απ’ όπου συχνά προέρχονται οι μειονότητες) που έχουν εγγραφεί στην επίσημη ανάγνωση της ιστορίας. []
13. Για τις Η.Π.Α., για παράδειγμα, η Κούβα παραμένει μία σημαντική απειλή και συμπεριλαμβάνεται ακόμη στους επίσημους καταλόγους των «τρομοκρατικών χωρών». Δεδομένης της ανύπαρκτης στρατιωτικής ισχύος της χώρας και της οικονομικής καταστροφής από το 50ετές εμπάργκο, η θεώρηση αυτή βασίζεται αποκλειστικά σε ιδεολογικά κριτήρια. Παρόμοια, η ιδεολογική εμμονή των νεοφιλελεύθερων πιστωτών της Ελλάδας στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, παρόλο που αυτές τελικά υπονομεύουν την δυνατότητά της χώρας να αποπληρώσει τα χρέη της στους πιστωτές της. []

14. Αυτό εξηγεί το γιατί π.χ. ο σύγχρονος μικροαστός απεχθάνεται την ομοιογένεια που συνεπάγεται μια αταξική κοινωνία, την στιγμή που χρωστάει το σπίτι του για την αποπληρωμή της υποθήκης του και δυσκολεύεται να ταΐσει το παιδί του, βλ. σχετ. Harvey, 2009: 29. []

Η δημοκρατία χρωστάει στον Σήφη Βαλυράκη.

  Ο Σήφης Βαλυράκης μας λείπει. Λείπει ως πατέρας, ως αδελφός, ως σύντροφος - σύντροφος στη ζωή και σύντροφος στους αγώνες. Μας λείπει ό...