Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Τα χωροταξικά και πολεοδομικά δεινά της ανάπτυξης


Αναδημοσίευση από: http://freesunday.gr
Τι φταίει που το μεγαλύτερο μέρος της χώρας δεν είναι ούτε επαρκώς ούτε δίκαια ρυθμισμένο χωρικά και πολεοδομικά; Γιατί επιδεικνύουμε τόση φαντασία στην παραγωγή πολεοδομικών αδιεξόδων αντί να ανοίγουμε δρόμους σε μια ανάπτυξη σε ισορροπία με το περιβάλλον και την κοινωνία;
Ο τεχνικός κλάδος του σχεδιασμού που ρυθμίζει τις περιοχές όπου ο πολίτης ζει και εργάζεται λέγεται Πολεοδομία. Μια πολεοδομική ρύθμιση θεωρείται ότι έκανε τη δουλειά της όταν εισηγείται τεχνικά και διοικητικά τέτοια μέτρα που πετυχαίνουν μια ισόρροπη και αρμονική οικιστική ανάπτυξη σε βάθος ορισμένου χρόνου. Αυτά τα μέτρα οφείλουν να είναι συμβατά με τα κοινωνικά δεδομένα και να είναι σχηματοποιημένα σε εύληπτους κανόνες και σχέδια επαρκούς ακρίβειας, ώστε να ισχύουν για όλους χωρίς εξαιρέσεις και διακρίσεις.
Οι πιο γενικές πολιτικές του χώρου είναι αρμοδιότητα της Χωροταξίας, η οποία, μεταξύ άλλων, τακτοποιεί τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, εξασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση σε υπηρεσίες, πόρους και υποδομές, και φροντίζει για την ισόρροπη ανάπτυξη του δικτύου των πόλεων και των οικισμών της χώρας. Επιπλέον, προστατεύει το περιβάλλον εισάγοντας ζυγισμένες πολιτικές διαχείρισης φυσικών και πολιτιστικών πόρων, πάντα με επίκεντρο τον άνθρωπο. Πρόκειται δηλαδή για μια ρυθμιστική διαδικασία σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο στενά διασυνδεδεμένη με την περιφερειακή ανάπτυξη και με τις πολιτικές της Ε.Ε. Άρα και με τον αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Επειδή στη χωροταξία το πολιτικό στοιχείο είναι έντονο, λέμε ότι ασκούμε χωροταξική πολιτική. Ενώ στο χαμηλότερο επίπεδο της πιο «γήινης» πολεοδομίας κυριαρχεί το τεχνικό στοιχείο, γι’ αυτό λέμε ότι θεσμοθετούμε πολεοδομικά σχέδια. Τώρα, το κατά πόσο τα πολεοδομικά σχέδια που υπογράφει ο ΠτΔ συμμορφώνονται με τις ισχύουσες χωροταξικές πολιτικές παραμένει προς διερεύνηση. Θα το συζητήσουμε και λίγο πιο κάτω.
Από το 2010 και μετά έγινε φανερό ότι ο Σχεδιασμός (ή η έλλειψη αυτού) όσο εύκολα ανοίγει δρόμους, τόσο εύκολα ακυρώνει οποιαδήποτε απόπειρα ανάπτυξης. Όμως η αποτελεσματικότητα του Σχεδιασμού είναι θέμα (α) πολιτικής βούλησης και (β) διοικητικής επάρκειας. Αμφότερα, δυστυχώς, σε ανεπάρκεια.
Πολλές εκθέσεις και αναλύσεις φορέων, απαντώντας στο ερώτημα πώς θα βγούμε από την κρίση, σωστά αναφέρουν ότι η ολοκλήρωση του χωρικού σχεδιασμού είναι αναγκαία και κατά πάσα πιθανότητα ικανή συνθήκη. Ενώ όμως η ολοκλήρωση του σχεδιασμού θεωρείται προϋπόθεση για την ανάκαμψη, στις ίδιες εκθέσεις συχνά διακρίνει κανείς σύγχυση μεταξύ χωροταξίας και πολεοδομίας, καθώς και μια αμηχανία σχετικά με τη σκοπιμότητα και την αναγκαιότητα αυτών των δύο επιπέδων σχεδιασμού.
Μπορεί το χωροταξικό σχέδιο μιας περιφέρειας να προκρίνει λ.χ. τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων ως δραστηριότητα ιδιαιτέρως σημαντική για την ανάπτυξη της περιοχής. Όμως το χωροταξικό σχέδιο δεν μπορεί να υποδείξει σε ποια σημεία θα ιδρυθούν οι μονάδες, ούτε επιτρέπεται να υπεισέλθει σε άλλες λεπτομέρειες πολεοδομικού χαρακτήρα, γιατί τότε θα ξέφευγε από τον προορισμό του. Καθήκον της διοίκησης είναι να προβεί σε όλες τις απαραίτητες τοπικές ρυθμίσεις, έτσι ώστε η ίδρυση μιας μονάδας μεταποίησης να είναι απλή υπόθεση συμμόρφωσης με συγκεκριμένους πολεοδομικούς, τεχνικούς και περιβαλλοντικούς όρους.
Έτσι, φτάσαμε στο πρώτο αδιέξοδο: Το πιθανότερο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει ο υποψήφιος επενδυτής είναι αυτό που κρύβουν όλοι: ότι η χωροταξική πολιτική της περιφέρειας ουδέποτε «εφαρμόστηκε επί του έδαφος» με τη μορφή πολεοδομικού σχεδίου ή σχεδίου χρήσεων γης. Με άλλα λόγια, ποτέ δεν έγινε μελέτη για να οριστεί ποια είναι η περιοχή μέσα στην οποία ισχύουν συγκεκριμένοι πολεοδομικοί και περιβαλλοντικοί όροι για την απρόσκοπτη ίδρυση μιας μεταποιητικής μονάδας. Και επειδή ουδείς ελέγχει εάν η διοίκηση εφαρμόζει επί του εδάφους το χωροταξικό σχέδιο της περιφέρειας, στο ερώτημα «πότε σκοπεύετε να ορίσετε ζώνη μεταποίησης αγροτικών προϊόντων;» δεν παίρνεις απάντηση.
Υπάρχουν κι άλλα, πιο δαιδαλώδη αδιέξοδα: Έχουμε περιπτώσεις όπου υπάρχει κάποιου είδους σχέδιο, όπως ενδεχομένως μια παλιά ΒΙΠΕ της ΕΤΒΑ, όπου θεωρητικά επιτρέπονται οι μεταποιητικές μονάδες. Εδώ ο επενδυτής δεν αποκλείεται να ανακαλύψει ότι ο παλαιός βιολογικός καθαρισμός δεν επαρκεί για να παραλάβει τα απόβλητα της μονάδας. Ή ότι η περιοχή εντάχθηκε αιφνιδίως στη Β΄ ζώνη κάποιων αρχαιοτήτων όπου δεν επιτρέπονται χρήσεις σαν αυτήν. Ή ότι σε ανύποπτο χρόνο οριοθετήθηκε οικισμός σε απόσταση μικρότερη από αυτήν που προβλέπεται από την τάδε εγκύκλιο περί αποστάσεων ασφαλείας από περιοχές κατοικίας. Ή ότι η περιοχή είναι δασική. Ή ότι κηρύχθηκε αναδασωτέα.
Επειδή σε αυτή τη χώρα η φαντασία στην παραγωγή αδιεξόδων είναι ανεξάντλητη, σταματώ εδώ.

Όμως η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις ερχόμενες εκλογές οφείλει ασκώντας πολιτικό ρεαλισμό να επανεξετάσει το θέμα των αρμοδιοτήτων πάνω στο έδαφος που μοιράστηκαν τόσο γενναιόδωρα σε τόσα υπουργεία και υπηρεσίες, που είναι να απορεί κανείς… Τι θέλουμε επιτέλους, σχεδιασμό για την ανάπτυξη ή μερακλίδικες αρμοδιότητες;

Η χωροταξία ως προϋπόθεση ανάπτυξης

Οι προτάσεις του ΣΕΒ
Το κείμενο επιμελήθηκε η επιτροπή Χωροταξίας & Δικτύων του ΣΕΒ

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η χώρα μας έχει άμεση ανάγκη από παραγωγικές επενδύσεις (100 δις ευρώ μέχρι το 2021), που δημιουργούν θέσεις εργασίας και αυξάνουν το ΑΕΠ της χώρας. Αυτές, όμως, οι επενδύσεις χρειάζονται χώρους για να κτίσουν τις εγκαταστάσεις τους, γρήγορα και με ασφάλεια δικαίου. Δυστυχώς, οι χωροταξικοί και πολεοδομικοί κανόνες που ισχύουν στη χώρα μας, παρότι θα έπρεπε να αποτελούν προϋπόθεση ασφάλειας δικαίου τόσο για τον επενδυτή όσο και για τον πολίτη, αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην πραγματοποίηση επενδύσεων και μια από τις μεγαλύτερες αιτίες διάρρηξης των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους, πολιτών και επιχειρήσεων.
 O χωρικός σχεδιασμός στη χώρα μας και κυρίως ο τρόπος που υλοποιείται αλλά και η μη υλοποίησή του, όντας αποκομμένος από τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας και τον ευρύτερο αναπτυξιακό σχεδιασμό, δεν αποτελεί εγγύηση για τον επενδυτή, δεν προστατεύει το αστικό και φυσικό περιβάλλον, δε μειώνει τις περιφερειακές ανισότητες και δεν προάγει, εν τέλει, τους εθνικούς στόχους που περιλαμβάνει και εξειδικεύει. Η αδυναμία προτεραιοποίησης περιοχών προς ανάπτυξη ή και κλάδων προτεραιότητας προσδιορισμένων στο χώρο, στη χωροταξική στρατηγική και τα επιμέρους σχέδια που την εξειδικεύουν, καταδεικνύει ότι η πολιτική ηγεσία και η διοίκηση δεν αναγνωρίζουν την πολιτική ρύθμισης του χώρου ως ένα βασικό αναπτυξιακό εργαλείο, ευθυγραμμισμένο με τις παραγωγικές ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Ενώ υπάρχουν πάρα πολλές περιπτώσεις επενδύσεων που ακυρώθηκαν μετά από μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες στο Συμβούλιο της Επικρατείας για χωροταξικές διαφορές, τα υψηλά ποσοστά αυθαιρέτων και η εικόνα των ελληνικών πόλεων αποδεικνύουν ότι ακόμα και αν ο χωρικός σχεδιασμός υπάρχει στα χαρτιά, η υλοποίησή του απουσιάζει ή είναι ανεπαρκής.
Γι’ αυτό και ο χωρικός σχεδιασμός πρέπει να γίνει συνώνυμο της ασφάλειας δικαίου στους επενδυτές για να μπορέσουν να εγκατασταθούν στο ελληνικό έδαφος και να δημιουργήσουν αξία. Το αρμόδιο Υπουργείο μαζί με τους φορείς της επιχειρηματικότητας, την περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση και την τοπική κοινωνία οφείλουν να αναλάβουν δράση επιλύοντας τα προβλήματα που λιμνάζουν εδώ και καιρό.
Ο χώρος αποτελεί το κυριότερο πεδίο ανάπτυξης των οικονομικών δραστηριοτήτων. Δεν είναι απλά ένας τόπος φιλοξενίας επενδύσεων αλλά ένα δυναμικό πεδίο ανάπτυξης ευκαιριών για επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας και οικονομική ευημερία, στο πλαίσιο των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης.
Ωστόσο, η Ελληνική πολιτεία διαχειρίστηκε διαχρονικά τη χωροταξία είτε σαν μέσο πελατειακών διευθετήσεων στη μικρή κλίμακα, είτε σαν αυτοσκοπό μαξιμαλιστικών περιβαλλοντικών στόχων και ρυθμιστικών προδιαγραφών σε βάρος της ανάπτυξης, που το μόνο που καταφέρνουν είναι να θέτουν τον πήχη τόσο ψηλά, ώστε όλοι να περνούν από κάτω. Κι αυτό γιατί έλειψε διαχρονικά μια μακρόπνοη αναπτυξιακή στρατηγική που θα χρησιμοποιήσει την χωροταξία σαν εργαλείο επενδύσεων, απασχόλησης, μείωσης των ανισοτήτων, προστασίας του περιβάλλοντος και, τελικά, κοινωνικής συνοχής. Ο χωροταξικός σχεδιασμός αποτελεί το σημείο εκκίνησης σχεδόν για κάθε παραγωγική δραστηριότητα και γι’ αυτό είναι τεράστιας σημασίας για τον επενδυτή. Έτσι, όμως, και το περιβάλλον υποβαθμίζεται, και η ανάπτυξη αποτρέπεται. Η αταξία που χαρακτηρίζει την Ελληνική επικράτεια δεν τιμά κανέναν μας, αποτελεί εστία διαφθοράς και θέτει σοβαρά εμπόδια στις επιχειρήσεις.
Η διερεύνηση της δυνατότητας χωροθέτησης μιας οικονομικής δραστηριότητας προηγείται της αδειοδότησης εγκατάστασης, της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, και της άδειας λειτουργίας. Όπως, επίσης, προηγείται η διερεύνηση καταλληλότητας μιας συγκεκριμένης τοποθεσίας ως προς την ευκολία πρόσβασης σε βασικές υποδομές (λιμάνια, αεροδρόμια, τρένα), σε οδικά και τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, σε ανθρώπινο δυναμικό, σε προμηθευτές και πελάτες, σε ένα περιβάλλον όπου ευνοείται η ανάπτυξη συνεργασιών, η εξωστρέφεια και η καινοτομία, σε ένα χώρο όπου μπορούν να αναπτυχθούν συνέργειες και δυναμικά clusters επιχειρήσεων. Ο χωρικός σχεδιασμός και η υλοποίηση του πρέπει να παρέχουν την αναγκαία ασφάλεια δικαίου στους ξένους και εγχώριους επενδυτές, για να εγκατασταθούν στο ελληνικό έδαφος.
Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η σημαντικότερη βιομηχανική συγκέντρωση της χώρας μας, στα Οινόφυτα Βοιωτίας, τελεί εν έτει 2017 υπό καθεστώς νομικής επισφάλειας, ή ότι οι λιμενικές εγκαταστάσεις μεγάλων βιομηχανιών δεν είναι ενταγμένες σε ένα εγκεκριμένο χωροταξικό σχέδιο, ή ότι μεγάλες τουριστικές επενδύσεις, που όλοι αναγνωρίζουμε και εκ των υστέρων ως χώρα προβάλουμε, χρειάζονται δεκαετίες για να ολοκληρωθούν και να αποδώσουν τα οφέλη τους στην οικονομία και την κοινωνία, ή ότι ο χρόνος αδειοδότησης ενός επιχειρηματικού πάρκου (που εξασφαλίζει πολεοδομική οργάνωση και περιβαλλοντική προστασία) συχνά ξεπερνά τα 4-5 χρόνια, καταδεικνύει το μέγεθος του εγκλωβισμού που δημιουργεί στην επιχειρηματικότητα το υπάρχον σύστημα χωρικού σχεδιασμού.
Καθίσταται συνεπώς αναγκαίο, ο χωρικός σχεδιασμός και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αυτός εξειδικεύεται και υλοποιείται σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, να παρέχει την αναγκαία ασφάλεια δικαίου στους ξένους και εγχώριους επενδυτές για να εγκατασταθούν στο ελληνικό έδαφος, αίροντας τα εμπόδια στην πραγματοποίηση επενδύσεων, που απορρέουν από το ισχύον νομικό πλαίσιο και διασφαλίζοντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον. Γι’ αυτό και η χωροταξική πολιτική αποτελεί το μέσο επίτευξης της βέλτιστης κοινωνικής και οικονομικής αποδοτικότητας για ένα συγκεκριμένο χώρο, σε ένα συγκεκριμένο χρόνο και με σεβασμό στο περιβάλλον. Δηλαδή, ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία περιφερειακής, αναπτυξιακής, οικονομικής, βιομηχανικής και περιβαλλοντικής πολιτικής.
 Ως εκ τούτου, ο χωρικός σχεδιασμός πρέπει, πέρα από την σαφώς ορισμένη και οριοθετημένη προστασία του αστικού και φυσικού περιβάλλοντος, να στοχεύει και στην επιτακτικά αναγκαία ανάπτυξη, βάσει τεχνο-οικονομικών κριτηρίων. Συνεπώς, να διασφαλίζει τον συντονισμό, αφενός μεν των κρατικών παρεμβάσεων, αφετέρου δε της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στα πεδία της περιφερειακής ανάπτυξης, της βιομηχανικής και αγροτικής πολιτικής, της διαμόρφωσης και επέκτασης των συγκοινωνιακών δικτύων και της προστασίας και ορθολογικής διαχείρισης του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Η χώρα μας ακολούθησε τις διεθνείς τάσεις που ιστορικά καταγράφονται στα θέματα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Δεν κατάφερε, όμως, να εφαρμόσει το σχεδιασμό αυτό στην πράξη.
 Η χώρα μας ακολούθησε τις διεθνείς τάσεις που ιστορικά καταγράφονται στα θέματα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Δεν κατάφερε, όμως, να εφαρμόσει το σχεδιασμό αυτό στην πράξη και να υιοθετήσει τα αναγκαία εργαλεία παρακολούθησης της ανθρώπινης παρέμβασης στο χώρο (όπως π.χ. κτηματολόγιο, δασολόγιο, σχέδια πόλης, οριοθέτηση αιγιαλού και παραλίας κ.ά.). Έτσι, ενώ ο χωρικός σχεδιασμός υπάρχει στα χαρτιά, στην πράξη απουσιάζει ή στην καλύτερη περίπτωση είναι ανεπαρκής.
Τα υψηλά ποσοστά εκτός σχεδίου δόμησης, οι χρονοβόρες δικαστικές διαμάχες για χωροταξικές διαφορές, οι αναποτελεσματικές διαδικασίες κατάρτισης, έγκρισης και αναθεώρησης χωροταξικών και πολεοδομικών σχεδίων, η έλλειψη συντονισμού και ευθυγράμμισης μεταξύ των επιπέδων σχεδιασμού αλλά και των αρμόδιων φορέων, η ασάφεια, πολυνομία και πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου, η υπερρύθμιση και οι αναίτιοι περιορισμοί, ο απαρχαιωμένος σχεδιασμός και η αδυναμία ανταπόκρισης στις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, το έλλειμμα αξιόπιστων βάσεων γεωχωρικών / γεωγραφικών δεδομένων, η απουσία δεδομένων, δεικτών και μετρήσιμων αποτελεσμάτων και η εικόνα των ελληνικών πόλεων, αποδεικνύουν ότι η Πολιτεία, αλλά και η κοινωνία, έχουν αποτύχει να αξιοποιήσουν και να προστατεύσουν το πολυτιμότερο ίσως περιουσιακό στοιχείο της χώρας.
 Η αδυναμία προτεραιοποίησης περιοχών προς ανάπτυξη ή και κλάδων προτεραιότητας προσδιορισμένων στο χώρο μέσα στη χωροταξική στρατηγική και τα επιμέρους σχέδια που την εξειδικεύουν, καταδεικνύει ότι η πολιτική ηγεσία και η διοίκηση δεν αναγνωρίζουν την πολιτική ρύθμισης του χώρου ως ένα βασικό αναπτυξιακό εργαλείο, ευθυγραμμισμένο με τις παραγωγικές ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Ενώ, ο τρόπος που δομήθηκε το σύστημα διακυβέρνησης του χωρικού σχεδιασμού (κεντρικές υπηρεσίες – περιφερειακή αυτοδιοίκηση – τοπική αυτοδιοίκηση/δήμοι), δημιουργώντας τεράστια περιθώρια αυτονομίας και παράκαμψης των στρατηγικών κατευθύνσεων κατά την εξειδίκευση του σχεδιασμού (παράκαμψη της σχέσης υπερκείμενου – υποκείμενου σχεδιασμού), αποδεικνύει ότι ουδέποτε υπήρξε θέληση για ουσιαστική κεντρική διακυβέρνηση, συντονισμό και παρακολούθηση του χωρικού σχεδιασμού.
 Οι νομοί Αττικής και Βοιωτίας που φιλοξενούν το 40-45% της εθνικής μεταποιητικής δραστηριότητας, διαθέτουν το μόλις 2,86% της πολεοδομημένης έκτασης της χώρας. Η διαμόρφωση του χώρου, όπως είναι σήμερα, είναι συνεπώς αποτέλεσμα της διαχρονικής πορείας της οικονομίας, της διακυβέρνησης, της αισθητικής και της συνολικής εξέλιξης της κοινωνίας. Η σημερινή της κακή εικόνα όμως, με τη σειρά της, επηρεάζει όλα τα προηγούμενα: και την οικονομία και την αισθητική και την κοινωνία μας. Οι αριθμοί μιλάνε από μόνοι τους:
· 12 Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια εγκεκριμένα κατά την περίοδο 2003-4, δηλαδή 5 χρόνια πριν το Γενικό Πλαίσιο, τα οποία βρίσκονται από το 2012 σε αναθεώρηση, χωρίς να γνωρίζουμε πότε και βάσει ποιων κατευθύνσεων αυτά θα αναθεωρηθούν. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι καθώς το Γενικό και τα Ειδικά Πλαίσια (που αναφέρονται στη συνέχεια) θεσμοθετήθηκαν μετά από τα Περιφερειακά Πλαίσια, η εφαρμογή των κατευθύνσεων του εθνικού επιπέδου σχεδιασμού παρέμεινε ανεκπλήρωτη καθώς ακυρώθηκε η δυνατότητα εναρμόνισης των τελευταίων με τις κατευθύνσεις του υπερκείμενου σχεδιασμού.
· 5 Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια (ΕΠΧΣΑΑ) για συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας (1 από τα οποία αφορά τα σωφρονιστικά ιδρύματα), τα οποία επίσης δεν έχουν επικαιροποιηθεί. Σημειώνεται ότι η αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού του τουρισμού έχει καταπέσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας ενώ δεν έχουν εκπονηθεί νέα σχέδια για άλλους δυναμικούς κλάδους της οικονομίας.
· Το 53% της έκτασης της χώρας δεν έχει Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) (Πηγή: Σ.Βεζυριανίδου, Καθημερινή 19.12.2016). Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος ΣΕΒ (δείτε εδώ τη μελέτη) ο χρόνος εκπόνησης & θεσμοθέτησης ενός ΓΠΣ/ΣΧΟΟΑΠ είναι από 6,5 έως και 10 χρόνια, ενώ δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι περισσότεροι δήμοι παραμένουν χωρίς κανένα ειδικό χωρικό σχεδιασμό, δηλαδή χωρίς οικιστική/πολεοδομική μελέτη, και η εξέλιξη των περιοχών αυτών απλά προχωρεί με βάση τους γενικούς κανόνες της νομοθεσίας, όπως γίνονται κατανοητοί από τις τοπικές αρχές και χωρίς συγκεκριμένο αναπτυξιακό σχεδιασμό για την περιοχή. Στα 17 και πλέον χρόνια που ίσχυσε το προηγούμενο νομικό πλαίσιο για την εκπόνηση των γενικών πολεοδομικών σχεδίων ΓΠΣ ολοκληρώθηκε μόλις το 16% των μελετών που ανατέθηκαν, ενώ το 31% αυτών βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. (Πηγή: Σ. Βεζυριαννίδου).
 · Οι νομοί Αττικής και Βοιωτίας που φιλοξενούν το 40-45% της εθνικής μεταποιητικής δραστηριότητας, διαθέτουν το μόλις 2,86% της πολεοδομημένης έκτασης της χώρας, εντός επιχειρηματικών πάρκων (Πηγή: μελέτη του Παρατηρητηρίου Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος)
 · Η κατάσταση ως προς την κτηματογράφηση της χώρας είναι εξίσου απογοητευτική. Η κτηματογράφηση έχει ολοκληρωθεί μόλις για το 20,1% των δικαιωμάτων της χώρας (~7.600.000 δικαιώματα), ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη έργο για ακόμη 7.700.000 δικαιώματα της χώρας (20,3% των δικαιωμάτων) (Πηγή: Έκθεση πεπραγμένων ΕΚΧΑ ΑΕ, 2013) και ο στόχος είναι να έχει ολοκληρωθεί το 2020 (παρακολουθείστε εδώ πρόσφατη σχετική ομιλία του Υπουργού Περιβάλλοντος & Ενέργειας).
 · Και η ολοκλήρωση του δασολογίου δεν αναμένεται στο άμεσο μέλλον καθώς μέχρι σήμερα έχουν καταρτιστεί δασικοί χάρτες για συνολική έκταση 71.876.755 στρεμμάτων της χώρας, δηλαδή για το 54,58% της επικράτειας, αλλά έχουν κυρωθεί λιγότεροι από το 1% (Πηγή: ΕΚΧΑ ΑΕ). Όλα αυτά τη στιγμή που επενδυτικά σχέδια ματαιώνονται ή, στην καλύτερη περίπτωση, καθυστερούν δραματικά (Δ2-Δ3), παρά το ότι ο χωρικός σχεδιασμός και η πολεοδόμηση συμβάλουν στην αξιοποίηση της δημόσιας και ιδιωτικής γης, συνεισφέροντας στην ανάπτυξη μιας περιοχής. Ενδεικτικό παράδειγμα αυτό του ΤΑΙΠΕΔ, όπου ακίνητη περιουσία του δημοσίου αύξησε έως και 230% την αξία της μετά την εκπόνηση χωροταξικού σχεδιασμού (ΕΣΧΑΔΑ). (Πηγή: ΤΑΙΠΕΔ, επεξεργασία από Παρατηρητήριο Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος ΣΕΒ, 2015).
Εν μέσω της οικονομικής κρίσης ξεκίνησε η προσπάθεια μεταρρύθμισης του συστήματος χωρικού σχεδιασμού, καταλήγοντας στην ψήφιση του Ν.4269/2014 για τη «Χωροταξική και Πολεοδομική Μεταρρύθμιση». Μετά από δύο και πλέον έτη ουσιαστικής αδράνειας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το «πάγωμα των χρήσεων γης », ο ψηφισμένος στα τέλη του 2016 Ν. 4447/2016 «Χωρικός Σχεδιασμός – Βιώσιμη Ανάπτυξη»  τροποποίησε σημειακά τον Ν. 4269/2014, διατηρώντας τις βασικές του αρχές του και επανεκκίνησε τις προσπάθειες για τη χωροταξική μεταρρύθμιση. Αξίζει να σημειωθεί ότι επίκεντρο των δυο νόμων και συνολικά της μεταρρύθμισης αποτέλεσαν α) η μείωση των επιπέδων σχεδιασμού από 7 σε 4, (Δ4) και β) η εισαγωγή του εργαλείου των Ειδικών Χωρικών Σχεδίων για την ανάπτυξη περιοχών ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων. Δεν σημειώθηκε, όμως, καμία παρέμβαση στη διακυβέρνηση του σχεδιασμού, στο σύστημα παρακολούθησης της υλοποίησης, στη διοίκηση των πόρων, στις άλλες, δηλαδή, αναγκαίες προϋποθέσεις αποτελεσματικής λειτουργίας του χωρικού σχεδιασμού.
Οι περιπτώσεις επενδύσεων που ακυρώθηκαν μετά από μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες για χωροταξικές διαφορές είναι πάρα πολλές και την ίδια τα υψηλά ποσοστά αυθαιρέτων και η εικόνα των ελληνικών πόλεων αποδεικνύουν ότι ακόμα και αν ο χωρικός σχεδιασμός υπάρχει στα χαρτιά, η υλοποίησή του απουσιάζει ή είναι ανεπαρκής.
Όμως, η ψήφιση ενός νόμου και η μόλις πρόσφατη εκκίνηση της διαβούλευσης για τις χρήσεις γης (δείτε εδώ το κείμενο της διαβούλευσης) δεν σημαίνει αυτομάτως την επίλυση των προβλημάτων, ιδίως στους χρόνους που επιβάλλουν οι αναπτυξιακές και επενδυτικές ανάγκες της χώρας. Επιπλέον, η εισαγωγή συγκεκριμένων αριθμητικών περιορισμών (δόμησης, κλινών) στον υπό διαβούλευση κατάλογο χρήσεων γης, ο οποίος αποτελεί εργαλείο για τον μελετητή/πολεοδόμο, ουσιαστικά αντίκειται στο πνεύμα του νόμου γιατί αφαιρεί από τον πολεοδόμο τη δυνατότητα να πολεοδομεί ανάλογα με τα αποτελέσματα της εκάστοτε μελέτης και τις κατευθύνσεις του υπερκείμενου σχεδιασμού. Είναι αναγκαίο ένα πλέγμα άμεσων αλλά και περισσότερο μακροχρόνιων ενεργειών, τόσο νομοθετικών όσο και κυριότερα μη νομοθετικών, ώστε ο χωροταξικός σχεδιασμός πράγματι να αποτελέσει προϋπόθεση για επενδύσεις και βιώσιμη ανάπτυξη και συνώνυμο της ασφάλειας δικαίου για τους επενδυτές. Το αρμόδιο Υπουργείο μαζί με τους φορείς της επιχειρηματικότητας, την περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση και την τοπική κοινωνία οφείλουν να αναλάβουν δράση, επιλύοντας τα προβλήματα που λιμνάζουν εδώ και δεκαετίες. Ο ΣΕΒ και η αρμόδια «Επιτροπή Χωροταξίας & Δικτύων» κάνουν την αρχή και θέτουν στο δημόσιο διάλογο 30 προτάσεις άμεσων, αλλά και περισσότερο μεσοπρόθεσμων ενεργειών.

Προτάσεις Α. Για τη βελτίωση της υλοποίησης του χωρικού σχεδιασμού
1. Ενσωμάτωση των αναγκών της επιχειρηματικότητας και των δυναμικών κλάδων της οικονομίας στη χάραξη της Εθνικής Χωροταξικής Πολιτικής.
2. Άμεση υλοποίηση του χωρικού σχεδιασμού όπως ψηφίστηκε με τον πρόσφατο νόμο 4447/2016 (Εθνική Χωρική Στρατηγική, Περιφερειακά και Ειδικά Χωροταξικά Σχέδια, ΤΧΣ). 3. Τήρηση των προθεσμιών επικαιροποίησης του σχεδιασμού και εισαγωγή μηχανισμών και εργαλείων προσαρμογής σε ραγδαίες αλλαγές και μεταβολές.
4. Ενεργοποίηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας
5. Επικαιροποίηση των υφιστάμενων Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων και εκπόνηση νέων για τομείς της οικονομίας με αναπτυξιακή προοπτική (π.χ. Ορυκτός Πλούτος, Εφοδιαστική αλυσίδα-logistics).
6. Κατάρτιση Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου «Υποδομών και Δικτύων».
 7. Επικαιροποίηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό.
8. Επικαιροποίηση των Περιφερειακών Χωρικών Σχεδίων με την ενεργό συμμετοχή των επιχειρήσεων.
9. Ανάπτυξη ηλεκτρονικής εφαρμογής ψηφιοποίησης του χώρου (σύνδεση με κτηματολόγιο, δασικούς χάρτες, κ.λπ.) και αξιοποίηση Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών.
10.Άμεση ολοκλήρωση της επικαιροποίησης των χρήσεων γης με αντιστοίχισή τους με τις οικονομικές δραστηριότητες (ΣΤΑΚΟΔ). (* η διαβούλευση που βρίσκεται σε εξέλιξη αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά δεν εκπληρώνει το στόχο. Η εισαγωγή συγκεκριμένων αριθμητικών περιορισμών (δόμησης, κλινών) σε ένα κατάλογο χρήσεων γης, ο οποίος αποτελεί εργαλείο για τον μελετητή/πολεοδόμο, ουσιαστικά αντίκειται στο πνεύμα του νόμου γιατί αφαιρεί από τον πολεοδόμο τη δυνατότητα να πολεοδομεί ανάλογα με τα αποτελέσματα της εκάστοτε μελέτης και τις κατευθύνσεις του υπερκείμενου σχεδιασμού.)
 11.Εισαγωγή διαδικασίας για την ταχεία επίλυση των συγκρούσεων χρήσεων γης ανά επίπεδο σχεδιασμού.
12.Χρήση ενιαίας ορολογίας, συμβατής με αυτή που ήδη υπάρχει στην χωροταξική και πολεοδομική νομοθεσία και στην ορολογία του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης. 13.Σύσταση Κεντρικής υπηρεσίας παρακολούθησης & συντονισμού του χωροταξικού σχεδιασμού και κυρίως της υλοποίησης αυτού από κατώτερα επίπεδα ρυθμιστικού σχεδιασμού και εφαρμογής (π.χ. Περιφέρειες και Δήμους).
14.Ολοκλήρωση της Κτηματογράφησης με προτεραιότητα στις περιοχές υψηλής επενδυτικής ελκυστικότητας.
15.Επιτάχυνση των διαδικασιών κύρωσης δασικών χαρτών για το σύνολο της επικράτειας. 16.Κωδικοποίηση διατάξεων χωροταξίας και πολεοδομίας.

Β. Για το Θαλάσσιο Χωροταξικό σχεδιασμό και τα προβλήματα αιγιαλού και παραλίας
1. Αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου αιγιαλού και παραλίας (Ν. 2971/2001) σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία και τους φορείς της επιχειρηματικότητας. 
2. Επιτάχυνση της διαδικασίας αδειοδότησης των λιμένων βιομηχανικού χαρακτήρα (λιμενικές εγκαταστάσεις, σκάλες φόρτωσης υλικών, επιλιμένιες εγκαταστάσεις – μεμονωμένοι προβλήτες κ.ά.).
 3. Επιτάχυνση των χρόνων έγκρισης των Περιβαλλοντικών Μελετών και των γνωμοδοτήσεων που προαπαιτούνται για τη διαδικασία παραχώρησης της χρήσης αιγιαλού.
 4. Καλύτερος συντονισμός μεταξύ των συναρμόδιων Υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Οικονομίας και Ανάπτυξης και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής για θέματα αιγιαλού και παραλίας.
 5. Χωροθέτηση υφιστάμενων και νέων λιμενικών εγκαταστάσεων μέσα από την ενσωμάτωση στον περιφερειακό χωροταξικό σχεδιασμό.
 6. Απλούστευση διαδικασιών για έργα συντήρησης και επισκευής σε λιμάνια που οι φορείς εκμετάλλευσης είναι ΝΠΙΔ και έχουν άδειες χρήσης.
 7. Ορθοφωτογράφηση όλων των ακτών.

Γ. Για τη χωροθέτηση επιχειρηματικών πάρκων
 1. Ευθυγράμμιση συντελεστών αρτιότητας και δόμησης των ΓΠΣ με τις προβλέψεις της νομοθεσίας για τα επιχειρηματικά πάρκα.
2. Εναρμόνιση του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού με τις προβλέψεις της νομοθεσίας για τα Επιχειρηματικά Πάρκα ως προς το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο κάλυψης.

 Δ. Για την Αθήνα – Αττική
 1. Άρση της απαγόρευσης ίδρυσης και εγκατάστασης νέων δραστηριοτήτων μέσης όχλησης στην Αττική, εντός επιχειρηματικών πάρκων.
 2. Άμεση αναθεώρηση των ΓΠΣ των ΟΤΑ της Αττικής στο πλαίσιο των κατευθύνσεων του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας 2021.
 3. Διεύρυνση του Συμβουλίου Μητροπολιτικού Σχεδιασμού που πρόσφατα συγκροτήθηκε, με εκπροσώπους της επιχειρηματικότητας.
 4. Θεσμοθέτηση Επιχειρηματικών Πάρκων Ειδικού Τύπου στους αναπτυξιακούς πόλους του αεροδρομίου, του Θριασίου και του Ελαιώνα.
5. Άμεση πολεοδομική οργάνωση των άτυπων συγκεντρώσεων στην Αττική (όπως η συγκέντρωση επιχειρήσεων logistics στον Ασπρόπυργο).

Η υπαρξιακή κρίση της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας και οι προκλήσεις για τον προοδευτικό χώρο


1. Οι αιτίες της κρίσης – η ιδεολογική υποχώρηση  της σοσιαλδημοκρατίας
Παραδοχή: η σοσιαλδημοκρατία κατ’ επανάληψη κέρδισε την ψήφο πολιτών του κέντρου και της κεντροδεξιάς. Με τις αξίες της. Της κοινωνικής δικαιοσύνης, της δημοκρατικής παράδοσης και ενίσχυσης των αντίστοιχων δημοκρατικών θεσμών, και ενός κοινωνικού συμβολαίου που διασφάλιζε σιγουριά, προοπτική και διάφανη αξιοποίηση του παραγόμενου πλούτου προς το κοινό καλό.
Η σοσιαλδημοκρατία δεν το κατάφερε ποτέ ασπαζόμενη μια συντηρητική κεντροδεξιά ρητορική ή ιδεολογικό στίγμα, που έθετε τις αγορές πάνω από τον άνθρωπο, αλλά διατυπώνοντας με σαφήνεια τις αξίες και τις προτάσεις της που πήγαιναν την κοινωνία μπροστά με προοδευτικές ανατροπές. 
Αντιθέτως, όποτε κινήθηκε «ως κατεστημένο», υποχωρώντας από διαχρονικές αξίες, απέτυχε στην κάλπη, καταστώντας την ιδεολογική υποχώρηση λανθασμένη ακόμα και στο επίπεδο ενός απεχθούς εκλογικού τακτικισμού.
Έτσι,
Όταν οι επιπτώσεις της άναρχης παγκοσμιοποίησης έγιναν ευρύτερα αισθητές, ιδιαίτερα για την βιωσιμότητα ενός εθνικού κοινωνικού συμβολαίου των αναπτυγμένων οικονομιών,
μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-9, αλλά και,
μετά την λήψη αποφάσεων που είχαν προηγηθεί και επέτρεψαν την επικράτηση κανόνων που ευνοούσαν τις αρρύθμιστες αγορές, με την ανοχή ή και τη συμμετοχή προοδευτικών δυνάμεων στην ΕΕ,
η ιδεολογική υποχώρηση συνέβαλε στη μεγάλη υπαρξιακή κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, που κορυφώνεται σήμερα με γενικευμένες εκλογικές ήττες της σε όλη την Ευρώπη.
Ταυτόχρονα, η συνέχιση των επιλογών και της ρητορικής που άνθισαν την εποχή της ευφορίας ενός «Τρίτου Δρόμου», που στην ουσία εξήρε την πανάκεια των αγορών, ακόμα και όταν οι αντικειμενικές συνθήκες έχουν ριζικά μεταβληθεί, συντείνουν στην αποδυνάμωση του χώρου και την αποξένωση από τους παραδοσιακούς υποστηρικτές και ψηφοφόρους.
Παράλληλα οι τεχνολογικές εξελίξεις, μαζί με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, έχουν μεταβάλει την διαστρωμάτωση της κοινωνίας καθώς και την υφή της εργασίας, αλλάζοντας τις σχέσεις εργαζόμενου-εργοδότη προς όφελος του δεύτερου.
Για τους λόγους αυτούς τα προοδευτικά κόμματα καλούνται σήμερα να απαντήσουν,
– στις συνέπειες της ηγεμονίας των συντηρητικών και των νέο-φιλελεύθερων στα κέντρα λήψης αποφάσεων των ευρωπαϊκών θεσμών, 
– στην οικονομική και επικοινωνιακή ισχύ των μεγάλων οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων που λειτουργούν χωρίς κανόνες σε υπερεθνικό επίπεδο, καθιστώντας την πολιτική  αιχμάλωτη σε μεθόδους επιρροής και διαφθοράς. 
– στην αυξανόμενη ανισότητα, σε ό,τι αφορά την υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου, με 8 οικογένειες να έχουν τον ίδιο πλούτο με το 50% των πολιτών του πλανήτη,
– στην ανάγκη αναζήτησης νέων τρόπων και μορφών πολιτικής αλλά και οικονομικής οργάνωσης των πολιτών και της κοινωνίας, εργαζομένων, νέων, γυναικών, μεταναστών, που θα τους δώσουν φωνή και ισχύ.
Για τους σοσιαλιστές και δημοκράτες αυτή η αρρύθμιστη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση αποτελεί και υπονόμευση του βασικού μοντέλου που λέγεται «κοινωνικό συμβόλαιο». Αυτού δηλαδή, που επέτρεψε να συμβιώνει ο καπιταλιστής με τον εργάτη και τον υπάλληλο, σε ένα κράτος δικαίου, που αναδιένειμε τα κέρδη με ευνομία και δικαιοσύνη.
Από τότε που η κρίση έπληξε την Ευρώπη, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ζει υπό τη σκιά της υποχώρησής της απέναντι στις επιλογές της συντηρητικής πλειοψηφίας για πολιτικές σκληρής λιτότητας, όπου η τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας εξετάζεται μόνο εις βάρος του κοινωνικού κράτους και της ανάπτυξης, αντί της μεταρρύθμισης εκεί που αυτή απαιτείται. 
Το αποτέλεσμα είναι η ομηρία της πολιτικής και ο αποπροσανατολισμός από το αντικείμενο της, είτε αφορά τις προσπάθειες επανεκλογής προσώπων και σχημάτων, είτε την προστασία «των λίγων». Λάδι στη φωτιά της αποστασιοποίησης των πολιτών από την πολιτική και την πίστη σε ευρωπαϊκούς και εθνικούς θεσμούς.
Η άνοδος υπερσυντηρητικών της αριστεράς και της δεξιάς, είναι το μόνο φυσικό επακόλουθο.
Υπό την ομηρεία αυτών των συνθηκών και της άρνησης ειλικρινούς αυτοκριτικής για τη «στροφή» των περασμένων ετών, πολλά σοσιαλιστικά κόμματα συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ακολούθησαν μία δήθεν πραγματιστική πολιτική, αυτή των συμμαχιών με τη δεξιά, δυναμιτίζοντας τις ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές που θα έδιναν πραγματικές λύσεις για τους πολίτες, το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ελπίδα για αλλαγή, αφήνοντας παράλληλα, τα πραγματικά προβλήματα να κλιμακωθούν.
Η κρίση αυτή εισχώρησε και στο εσωτερικό των κομμάτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το γερμανικό SPD που στις πρόσφατες εκλογές είχε το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία του, όπως και την αποψίλωση του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος του Μιτερράν, προτάσσοντας τον Μακρόν ως τελευταίο ανάχωμα πριν από την παρ’ ολίγον επικράτηση της ακροδεξιάς στη Γαλλία. 
Δεν είναι τυχαία η πτώση των σοσιαλιστικών κομμάτων στις τελευταίες Ευρωεκλογές, μετά από την απώλεια σαφούς ιδεολογικού στίγματος.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε βαθύτατη αμφισβήτηση της πολιτικής και των πολιτικών δημιουργώντας,
– τις προϋποθέσεις για ενδυνάμωση του εθνικισμού, του λαϊκισμού και του ελιτισμού-μεσσιανισμού
– την προώθηση κομμάτων ακαθόριστου ιδεολογικού προσανατολισμού, που βασίζονται κυρίως στην ανάδειξη «νέων» προσώπων, τεχνοκρατικών προτάσεων και επικοινωνιακών τεχνασμάτων.
2. Τι διακυβεύεται στην Ευρώπη
Από το  κείμενο του Βεντοτένε μέχρι και σήμερα, η Ευρώπη επιβίωσε και ενέπνευσε βασιζόμενη στη διεύρυνση της δημοκρατίας, την πίστη στα κοινωνικά δικαιώματα και το σχεδιασμό γύρω από την ανάπτυξη των κρατών – μελών, όσο και της Ένωσης συνολικά. Αυτός ήταν ο πυρήνας και ο λόγος ύπαρξής της. Και πρέπει να διαφυλαχθεί. Η υποχώρηση σε κάποιο σκέλος από τα τρία, πόσο μάλλον και στα τρία μαζί, θα αποτελούσε τροφή στον αντιευρωπαϊσμό και όσα η Ένωση νίκησε – τον εθνοκεντρισμό και το μίσος.
Η μεγάλη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης έχει ξεκινήσει, υπό τη σκιά του σοκ του brexit και με ορίζοντα τις οι ευρωεκλογές του 2019.
Μέχρι στιγμής, έχουν κατατεθεί τα εναλλακτικά σενάρια που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι προτάσεις του Προέδρου της Επιτροπής, Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, όπως και αυτές του Γάλλου Προέδρου, Εμμανουέλ Μακρόν. 
Οι περισσότερες προτάσεις δεν αφορούν κάποια αλλαγή των Συνθηκών αλλά μεταρρυθμίσεις που μπορούν να γίνουν στο υπάρχον πλαίσιο. 
Για τις μικρές χώρες και την Ελλάδα, είναι θετικές οι προτάσεις που στοχεύουν στην περαιτέρω ενοποίηση των οικονομιών της Ευρωζώνης. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις αλλαγές που προτείνονται γύρω από τη συμμετοχή των κρατών στον τρόπο λήψης αποφάσεων. Για παράδειγμα μία Ευρώπη «πολλών ταχυτήτων», με μείωση του αριθμού των Επιτροπών, όπως προτείνει ο  Εμμανουέλ Μακρόν, όπως και η μετάβαση από την ομοφωνία στην ενισχυμένη πλειοψηφία για θέματα εξωτερικής πολιτικής, που προτείνει ο κ. Γιούνκερ, πρέπει να μας προβληματίσουν ιδιαίτερα, λόγω των ανισορροπιών ισχύος. 
Στις προτάσεις που έχουν κατατεθεί, προβληματίζουν και για τα ακόλουθα:
– Η άρνηση να συζητηθούν τα θέματα αυξανόμενης γραφειοκρατίας, αδιαφάνειας και επιλεκτικών αποφάσεων που ευνοούν συγκεκριμένα κράτη – μέλη μέσα από διαπραγματεύσεις που γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες, φαινόμενα που αυξάνουν επικίνδυνα τις αντί-ευρωπαϊκές δυνάμεις και τις εθνοκεντρικές τάσεις.
– Οι πιθανές επιπτώσεις του σχεδιαζόμενου δικαιώματος της προσφυγής μεμονωμένων κρατών έναντι επενδύσεων τρίτων χωρών, ειδικά όταν υπάρχουν ακόμα κράτη – μέλη που υποφέρουν από τις συνέπειες της κρίσης και επομένως, όπως έχει δείξει η εμπειρία, παραμένουν εκτός πεδίου ευρωπαϊκών επενδύσεων.
– Η κατά τα άλλα ενδιαφέρουσα πρόταση Γιούνκερ, για τη δημιουργία ενός κοινού Προέδρου του Συμβουλίου (σήμερα είναι ο Ντόναλντ Τουσκ) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ειδικά όταν η πρόταση δεν συνοδεύεται από την πρόβλεψη της άμεσης εκλογής από τους Ευρωπαίους πολίτες. Από πού, ο πανίσχυρος αυτός Πρόεδρος θα αντλεί τη δημοκρατική του νομιμοποίηση και πώς μια τέτοια διαδικασία απαντά σε εύλογους προβληματισμούς για την κρίση εκπροσώπησης και συμμετοχής των πολιτών στο ευρωπαϊκό εγχείρημα;
Η προοδευτική παράταξη οφείλει να έχει προτάσεις  για αυτά τα εθνικά ζητήματα πρώτης προτεραιότητας, με βάση το συμφέρον της Ελλάδας αλλά και μιας δημοκρατικής Ευρώπης, που βασίζεται στην αλληλεγγύη και λαμβάνει υπόψη τις προτεραιότητες όλων των μελών της. Τα θέματα αυτά θα καθορίσουν το μέλλον της Ευρώπης και το δικό μας. 
Στο πλαίσιο αυτό η διάθεση ενός τμήματος των εδρών του Ευρωκοινοβουλίου σε υπερεθνικές λίστες ίσως να αποτελέσει ένα έναυσμα για έναν ουσιαστικό διάλογο μεταξύ των πολιτικών οικογενειών της ΕΕ, αναδεικνύοντας και τις ιδεολογικές διαφοροποιήσεις.
Για τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, η ενεργός εμπλοκή στα τεκταινόμενα στην Ευρώπη είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση των εθνικιστικών και αποσχιστικών ρευμάτων, του ακροδεξιού και ακροαριστερού λαϊκισμού, αλλά και του ελιτισμού που τρέφεται από την αποδυνάμωση της δημοκρατίας, που αν δεν επιδιώκει, σίγουρα δεν φροντίζει να την αναχαιτίσει.
Από τον αγώνα αυτόν, θα εξαρτηθούν επίσης καθοριστικής σημασίας επιλογές και πολιτικές για τη συνέχεια του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, αλλά και την πορεία της ανθρωπότητας:
Η συνέχιση της αρχής της αλληλεγγύης, 
Οι προσπάθειες ενάντια στην κλιματική αλλαγή, 
Η προώθηση μέτρων, όπως ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, 
Η υιοθέτηση ενοποιημένων και δικαίων πολιτικών για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, 
Ο σεβασμός των μειονοτήτων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 
Η ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, 
Η προστασία των καταναλωτών, 
Η αντιμετώπιση των συνεπειών λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, 
Η προώθηση πολιτικών για τη ρύθμιση της παγκοσμιοποίησης, 
Η κοινωνική πρόνοια και τα συστήματα υγείας.
3. Αξίες και πολιτικές – ξεκαθαρίζοντας το τοπίο
Το γεγονός ότι οι συνθήκες της κρίσης και των μνημονίων δεν επιτρέπουν μεγάλους ελιγμούς έχει αποτελέσει πρόσχημα για την προώθηση θέσεων που προτάσσουν συμμαχίες και πολιτικές με «εθνικό και ευρωπαϊκό» χαρακτήρα, υποβαθμίζοντας τις ιδεολογικές διάφορες. Μια επιλογή που έχει τις ρίζες της στην παραδοσιακή συμμαχία ελληνικών και ευρωπαϊκών ελίτ. Απέναντι στην επιλογή αυτή, οι λαϊκιστικές δυνάμεις προτάσσουν την αναβίωση του επιπόλαιου εθνικισμού, του πελατειακού κρατισμού, της αναδιανεμιτικής διαφθοράς και της πολιτικής διγλωσσίας.
Η σαφής τοποθέτηση ενάντια στο δίπολο αυτό, ξεκαθαρίζει με σαφήνεια τα σύνορα της σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.
Βασικοί πυλώνες μιας τέτοιας τοποθέτησης είναι,
Η ισότιμη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις με άποψη και εξωστρέφεια. 
Η προώθηση ριζικών μεταρρυθμίσεων με προοδευτικό χαρακτήρα. 
Η αδιαπραγμάτευτη στήριξη των ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων. 
Η διεύρυνση και ενδυνάμωση της δημοκρατίας με την μεγαλύτερη συμμετοχή ενημερωμένων πολιτών.
Ο μακρόπνοος σχεδιασμός, που θα τραβήξει συμφέρουσες για την Ελλάδα και τους Έλληνες επενδύσεις, με όρους γεωπολιτικής ισορροπίας.
Σε ότι αφορά την οικονομία και την κοινωνική πολιτική, σημασία έχει οι αποφάσεις που λαμβάνονται να εντάσσονται σε ένα ξεκάθαρο πλαίσιο προοπτικής που στοχεύει στη μείωση των ανισοτήτων, τη δικαιότερη κατανομή των υποχρεώσεων, την προώθηση των ίσων ευκαιριών. 
Στο πλαίσιο αυτό είναι απαραίτητη η πανευρωπαϊκή υιοθέτηση του συντελεστή GINI για την μέτρηση των ανισοτήτων, τόσο μεταξύ κρατών, όσο και σε επίπεδο χωρών.
Δεν μπορούμε να δεχτούμε,
Ο αριθμός των ανέργων να μειώνεται επειδή κάποιοι εντάσσονται σε πλασματικές θέσεις απασχόλησης με μειωμένες αποδοχές.
Ο εργαζόμενος να μην έχει κανένα δικαίωμα σε ότι αφορά την ίση αμοιβή για ίση εργασία, τις υπερωρίες, την απόλυση, την αξιοπρεπή μεταχείριση και μάλιστα, με πρόσχημα την τόνωση επιχειρήσεων.
Την πρόσληψη των νέων με μισθούς – χαρτζιλίκι, χωρίς προοπτικές αύξησης και επαγγελματικής εξέλιξης. 
Τις αυξανόμενες διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. 
Τις συντάξεις που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και καταργούν αυτονομία των προσώπων. 
Την κατάρρευση των κρατικών συστημάτων παιδείας και υγείας. 
Την άδικη φορολόγηση που πλήττει τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ παράλληλα δίνει κίνητρα και παράθυρα για μαύρο χρήμα και φοροαποφυγή.
Με τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, είναι απολύτως εφικτό να συνδυάσουμε τις θέσεις και τις εφαρμοσμένες πολιτικές μας με τις αξίες μας:
– με την αλλαγή του σημερινού πελατειακού εκλογικού συστήματος, 
– με την καταπολέμηση της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας, 
– με την προσέλκυση της υγιούς και καινοτόμου επιχειρηματικότητας, 
– με ενδυνάμωση της λογοδοσίας. 
Αρκεί να έχουμε ένα συνολικό σχέδιο για την Ελλάδα, ενταγμένο στην Ευρώπη και τον κόσμο και να μην γοητευόμαστε από τις απολίτικες σειρήνες που αποσκοπούν στην διάλυση δικαιωμάτων που έχουν δύσκολα κατακτηθεί, στον άυλο χώρο συμφερόντων χωρίς ταυτότητα.

Θέματα προς συζήτηση:
– Τι θα απαιτούσε η στροφή της σοσιαλδημοκρατίας στις αξίες της και πώς μπορούν να εφαρμοστούν για να γίνουν διακριτές;
– Πώς θα πείσουμε ξανά για τη συμμετοχή των πολλών μέσα από την εμβάθυνση της Δημοκρατίας απομακρύνοντας τους παράλληλα από την ψευδαίσθηση πως οι λύσεις έρχονται από την «ενός ανδρός αρχή», από κάποιο μεσσία ή μια «πεφωτισμένη δεσποτεία»;
– Θεωρείτε πως η πολιτική βρίσκεται σε ομηρία κι αν ναι, τι θα βλέπατε ως λύση; Είναι θέμα προσώπων, ή θεσμικό; Πόσο έχει συμβάλλει σε αυτό η επικράτηση του λαϊκισμού και ο συνακόλουθος εκμηδενισμός του θεσμικού χρήματος στην παραγωγή πολιτικών θέσεων και προτάσεων, τόσο από το κράτος, όσο και τα κόμματα;
– Η παράταση της κρίσης ισχυροποιεί τις δυνάμεις που τη δημιούργησαν, όσες δεν συνέλαβαν την ουσία και το μέγεθος του προβλήματος, όπως και όσες βασίζονται στο λαϊκισμό στην πλάτη όσων πλήττονται για να εντείνουν την ομηρία της πολιτικής, μέσα από το μίσος και τον απομονωτισμό. Ποια πρέπει να είναι η θέση των κινημάτων, συνδικαλιστικών και μη, σε αυτό το πλαίσιο;
– Πώς μπορεί να διασωθεί το ευρωπαϊκό όραμα με επαναφορά στις ιδρυτικές της αξίες, ούτως ώστε να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας της; Η δημοσιονομική υπευθυνότητα εξυπακούεται, αλλά το κοινωνικό πρόσωπο και η λειτουργία της Δημοκρατίας προηγούνται.
– Πώς πείθεται ο πολίτης να επανέλθει στην πολιτική δράση, την ώρα που οι μισοί βρίσκονται γύρω ή κάτω από το όριο της φτώχειας; Μπορεί μόνη της η πολιτική τάξη;


Γιώργος Καμίνης: Χτίζουμε την παράταξη, αλλάζουμε την Ελλάδα



Ένας καινούριος κόσμος
Την τελευταία δεκαετία ο κόσμος μας έχει εισέλθει σε μία νέα εποχή. Η τεχνολογία διεκδικεί τα σκήπτρα από την οικονομία και η πολιτική δυσκολεύεται να προσαρμοστεί, πόσο μάλλον να δώσει τις ιδεολογικές κατευθύνσεις προς όφελος του πολίτη. Τα χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν τη νέα εποχή της πληροφορίας και των καινοτόμων τεχνολογιών από τη βιομηχανική εποχή δημιουργούν καινούρια κοινωνικά αιτήματα που δεν έχουν βρει απαντήσεις. Οι πολιτικές προκλήσεις που φέρνει η νέα εποχή είναι πολλές: αύξηση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, σώρευση του πλούτου στα χέρια των λίγων, ανάδυση νέων οικονομικών κέντρων, αλματώδης αύξηση της δυνατότητας μετακίνησης προσώπων/ κεφαλαίων και υπερεθνική διάσταση προβλημάτων όπως το μεταναστευτικό και το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής.   Δύο είναι οι λέξεις-κλειδιά που θα παίξουν ρόλο στη νέα εποχή: οι νέες δυνατότητες και οι νέες ανισότητες. Οι δυνατότητες αφορούν σε όλους τους τομείς της ζωής μας: τη γνώση, την υγεία, την εκπαίδευση, την εργασία, την επικοινωνία, σχεδόν κάθε πτυχή κι επιλογή του ανθρωπίνου βίου. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πόσες χιλιάδες δυνατότητες έχει ένα παιδί που γεννιέται σήμερα σε σχέση με τις αντίστοιχες που είχαν οι γονείς ή οι παππούδες του.
 Η μετάβαση σε μία νέα πολιτική περίοδο δεν είναι μονάχα συνάρτηση της ελεύθερης διακίνησης προσώπων, αγαθών και κεφαλαίων· είναι απόρροια των συνάψεων που δημιουργούνται από τη συνάντηση των χιλιάδων ιδεών. Τα τείχη που πέφτουν στο όνομα ενός ανοιχτού διασυνδεδεμένου κόσμου είναι αυτά που κρατούσαν μέχρι πρότινος τη συλλογική ευφυΐα υπό περιορισμό. Η κοινωνία των πολιτών και οι κοινότητες δεσπόζουν στο τοπίο αυτού του καινούριου κόσμου και ανοίγουν νέα πεδία συνεργασιών. Η δημιουργία τοπικών, εθνικών και υπερεθνικών κοινοτήτων διαμέσου της τεχνολογίας, αίρει κάθε γεωγραφικό εμπόδιο, ενώνει ανθρώπους, μυαλά, ιδέες και εξελίσσει εκθετικά τη γνώση και την επιστήμη. Οι νέες συλλογικότητες επανέρχονται στο επίκεντρο των κοινωνιών και είναι αυτές που θα συνεργαστούν και θα δώσουν λύσεις, θα εφεύρουν νέες θεραπείες, θα προβούν σε νέες ανακαλύψεις, θα οδηγήσουν την ανθρωπότητα σε ένα τεράστιο άλμα προς τα εμπρός. Σ’ αυτόν τον νέο κόσμο, η διεύρυνση των ανισοτήτων και η διαχείριση των παραγόμενων νέων δυνατοτήτων με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης   και περιβαλλοντολογικής μέριμνας, είναι οι καινούριες μεγάλες προκλήσεις για την προοδευτική πολιτική.
 Γιατί η προοδευτική στάση απορρέει από την βαθιά πίστη ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο από το παρόν.
Προοδευτική πολιτική είναι η πεποίθηση πως τα πράγματα δεν είναι δοσμένα απ’ την ανθρώπινη φύση, αλλά μπορούν να αλλάξουν, με βούληση, σχέδιο κι επιμονή. Αυτή είναι η δική μας ιστορική  κληρονομιά, από τις αρχαιοελληνικές ρίζες της δημοκρατίας έως τον διαφωτισμό και την Γαλλική επανάσταση. Ζούμε τη μετάβαση σε αυτόν το νέο κόσμο. Η κατεύθυνση δεν είναι δεδομένη,  η πορεία δεν είναι γραμμική. Το διεθνές πλαίσιο γίνεται ολοένα και πιο ασταθές. Ζήσαμε την τελευταία δεκαετία μια παγκόσμια οικονομική κρίση, την συθέμελη κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης. Αναδεικνύονται νέοι αυταρχισμοί, και επικίνδυνοι εθνικοί αναχρονισμοί: από την τρομοκρατία έως την απειλή των πυρηνικών και τις μετακινήσεις πληθυσμών, οι διεθνείς αδυναμίες διαχείρισης της πορείας στο μέλλον αποσταθεροποιούν τα εθνικά, αλλά ακόμη και τα υπερεθνικά σχέδια για την δημοκρατία και την ευημερία των πολιτών. Η μέχρι πρότινος κεκτημένη ασφάλεια που απολάμβανε ο δυτικός κόσμος γίνεται πρωταρχικό αίτημα ακόμη και έναντι των ατομικών δικαιωμάτων. Η κρίση της πολιτικής δεν είναι ελληνική, είναι παγκόσμια και η ανάγκη να κατανοήσουμε τον κόσμο που ζούμε με νέους τρόπους γίνεται επιτακτικό αίτημα επιβίωσης.
 Η Ελλάδα
Οι επιπτώσεις της παγκόσμιας αποσταθεροποίησης στην Ελλάδα ήταν δραματικές και μας έχουν στερήσει σχεδόν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε σύγχρονα και να αντιδράσουμε έγκαιρα και αποτελεσματικά για την αντιμετώπισή της. Η χώρα υφίσταται συνέπειες, σαν καθηλωμένη στο χθες, δεν αντιδρά, δεν προτείνει, δεν σχεδιάζει. Μετά από οκτώ χρόνια καταστροφικής κρίσης, εκατομμύρια συμπολίτες μας βιώνουν μια διαρκή ματαίωση των σχεδίων ζωής τους. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι φεύγουν για το εξωτερικό χωρίς ορατή προοπτική επανόδου. Όσοι νέοι δεν έχουν αυτήν τη δυνατότητα και τεθούν εκτός αγοράς εργασίας, οδηγούνται στο οικονομικό αλλά και στο κοινωνικό περιθώριο. Θεσμοί όπως τα κόμματα, τα συνδικάτα, τα πανεπιστήμια, η δικαιοσύνη, έχουν απολέσει την αξιοπιστία τους και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Όλο και περισσότεροι απέχουν από το δημόσιο χώρο και οδηγούνται «εκτός των τειχών» η δημοκρατία μας τραυματίζεται διαρκώς.
 Οι εξελίξεις αυτές δεν ήταν τυχαίες. Το πολιτικό σύστημα λειτούργησε πελατειακά εις βάρος των αδυνάμων, των φτωχότερων αλλά και όσων προσπάθησαν να ασκήσουν υγιή δραστηριότητα ως επιχειρηματίες, έμποροι, αγρότες ή στελέχη, προκειμένου να κρατήσει ανέπαφα όλα τα κλειστά πολιτικά συστήματα εξουσίας και οικονομίας. Η μυωπική αυτή στάση δεν του επέτρεψε να αντιδράσει έγκαιρα στη διεθνή κρίση του 2008. Στη συνέχεια, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ κατάφεραν να επιπλεύσουν σε μια χρεωκοπημένη χώρα, αναπαράγοντας, με άλλα ονόματα, δομές ισχύος και συντηρώντας τα συμφέροντα.
Η παιδεία υποβαθμίστηκε και κατ επέκταση η κοινωνική κινητικότητα εκμηδενίστηκε και μαζί της η κοινωνική και διαγενεακή δικαιοσύνη. Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που δεν έχει καταφέρει να βγει από την κρίση. Γιατί είναι η μόνη χώρα που δεν διέγνωσε την κρίση και την απέδωσε σε λάθος αίτια, αφήνοντας τη δημοκρατία και τους θεσμούς της να διαβρωθούν από το μίσος και τη δημαγωγία που καλλιέργησε μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος.
 Οι ελάχιστοι πολιτικοί που αντιστάθηκαν, απομονώθηκαν και στοχοποιήθηκαν. Αντί να προχωρήσουμε σε μια ειλικρινή άσκηση εθνικής αυτογνωσίας και να στοχαστούμε πάνω σε προβληματικές νοοτροπίες, αφήσαμε τα δημόσια αγαθά να απαξιωθούν, τις ανισότητες και τη φτώχεια να οξυνθούν. Τα αυτόματα αντανακλαστικά του απομονωτισμού, του φόβου και της όρθωσης νέων διαχωριστικών τειχών εντός της κοινωνίας μας, επιμένουν να μας γυρίζουν στο χθες. Αυτή η συγκυρία όμως, προσφέρει παράλληλα και μια μεγάλη ευκαιρία στη χώρα μας, για να επιχειρήσει το άλμα προς το μέλλον. Για να γίνει αυτό, πρέπει να υπερβούμε τα πολιτικά διλήμματα που ανήκουν στο παρελθόν. Τα συμβατικά ζεύγη δημοσίου-ιδιωτικού ή μεγάλου-μικρού κράτους δεν απαντούν αποτελεσματικά στα σύνθετα δεδομένα του καινούριου κόσμου.
Τα συγκυριακά, μη πολιτικά διλήμματα «μνημόνιοαντιμνημόνιο», «μεταρρυθμισμός-λαϊκισμός» ή «παλιόνέο» με αποκλειστικά ηλικιακά κριτήρια, αποκαλύπτουν την ανεπάρκεια του χθεσινού ιδεολογικού οπλοστασίου. Είναι όλα διλήμματα τα οποία καλούμαστε να υπερβούμε, επαναφέροντας την πραγματική πολιτική στο επίκεντρο. Μια πολιτική που πηγαίνει πέρα από την απλή διαχείριση της αναγκαιότητας. Που γίνεται πραγματική γιατί χτίζει δεσμούς εμπιστοσύνης με τους πολίτες, μέσα από θεσμούς ανοιχτής δημοκρατίας και αναπτύσσει πολιτικές με δικαιοσύνη, διαφάνεια, αποτελεσματική κατανομή φόρων και δημοσίων εσόδων με γνώμονα τις ανάγκες των πολιτών.
Αυτό που απαιτεί η εποχή είναι ένα νέο πολιτικό προοδευτικό σχέδιο που θα νοηματοδοτεί εκ νέου τη δημοκρατία, αναζωογονώντας τις έννοιες της ελευθερίας, της ισότητας, και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το πολιτικό αυτό σχέδιο θα πρέπει να είναι αντικείμενο δικής μας επεξεργασίας και να ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα ιστορικά και θεσμικά χαρακτηριστικά της χώρας μας. Εμείς θα βρούμε μόνοι μας τον δρόμο για την έξοδο από την κρίση. Η εμβάθυνση της δημοκρατίας και το άνοιγμα των πολιτικών και οικονομικών θεσμών της χώρας είναι αυτά που μπορούν να φέρουν προοπτική και ευημερία για όλους.
Απαιτείται η ριζοσπαστική επαναθεμελίωση του κράτους και η σύγκρουση άνευ όρων με τα κλειστά πολιτικά και οικονομικά συστήματα. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση που μπορεί να δημιουργήσει τις πραγματικές προϋποθέσεις επανένταξης των αποκλεισμένων, των ανθρώπων «εκτός των τειχών». Το άνοιγμα των δομών, των δεδομένων και των θεσμών θα γκρεμίσει τα τείχη της συναλλαγής και θα ενισχύσει την αξιοκρατία, τη δικαιοσύνη και τη διαφάνεια. Η συμμετοχή μπορεί να δώσει ξανά νόημα και δύναμη στη δημοκρατία έναντι των εχθρών της .
  Οι ανοιχτές κοινωνίες της γνώσης, της επιστήμης, της πίστης στον άνθρωπο και τις δυνατότητές του, μπορούν να νικήσουν τις κλειστές, ξενοφοβικές, συνωμοσιολογικές κοινωνίες. Έναντι της ελεύθερης ή της κλειστής οικονομίας, προτάσσουμε την ανοιχτή οικονομία, η οποία μπορεί να διαμορφώσει το πλαίσιο για τη συμπερίληψη και τη συμμετοχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή όλων των πολιτών. Ανοιχτή οικονομία είναι αυτή που δεν αφήνει κανέναν πίσω και απελευθερώνει τις δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις ενάντια στα ολιγοπώλια και τις σχέσεις εξάρτησης. Μια οικονομία που λειτουργεί με κανόνες που εφαρμόζονται για όλους και που προτάσσει το ρυθμιστικό, εποπτικό -και όπου χρειάζεται επενδυτικόρόλο του κράτους.
Μια οικονομία που δεν είναι ούτε κρατικιστική, ούτε ασύδοτη, αλλά μια πραγματικά ελεύθερη οικονομία που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και τα αμείβει αντίστοιχα γιατί στηρίζεται στην αυθεντική παραγωγική της ικανότητα. Μια οικονομία που δίνει ευκαιρίες σε όλους. Και μία ανοιχτή παιδεία που μειώνει τις ανισότητες γιατί αυξάνει την πρόσβαση στη γνώση και βοηθάει στην κατανόηση του νέου κόσμου. Κάθε προοδευτική πολιτική οφείλει να έχει σαφές αριστερό πολιτικό πρόσημο. Θεωρώ απαραίτητη την ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και τη στήριξη των ασθενέστερων συμπολιτών μας, κάτι που έχω κάνει καθημερινά πράξη κατά τη θητεία μου στο δήμο της Αθήνας.  Γίνεται! Παρά το αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο, παρά τις δεσμεύσεις της χώρας έναντι των δανειστών. Θέλω να εκφράσω όλους εκείνους τους συμπολίτες μας που βρίσκονται στο περιθώριο, όλους εκείνους που ζουν «εκτός των τειχών». Και η επανένταξή τους συνιστά προϋπόθεση για να οικοδομήσουμε μια νέα, συνεκτική κοινωνία. Είναι πρωτίστως χρέος μας απέναντι στην ίδια τη δημοκρατία. Είναι, εν τέλει, θεμελιώδες ζήτημα δικών μας αξιών. Αλλά η επανένταξη αφορά και την ίδια τη χώρα μας σε σχέση με την Ευρώπη. Μεγάλη μερίδα του πολιτικού προσωπικού τροφοδότησε το μίσος κατά της Ευρώπης, επιφυλάσσοντας όμως στην πράξη για τη χώρα μας τον ρόλο του επαίτη.
Ως ευρωπαίοι πολίτες οφείλουμε να ανακτήσουμε τον λόγο μας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και να συνδιαμορφώσουμε τις εξελίξεις. Είμαστε λαός υπερήφανος και πρέπει να διεκδικήσουμε εκ νέου σχέσεις ισοτιμίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό όμως πρέπει να γίνει με το παράδειγμά μας, με την εργασία μας, με τον κόπο μας. Ο ελληνικός λαός, με τις οικονομικές θυσίες των τελευταίων ετών αλλά και την αντιμετώπιση του προσφυγικού, έχει κερδίσει τον βαθύ σεβασμό των ευρωπαίων πολιτών. Άλλωστε ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα στατικό μέγεθος ο προοδευτικός χαρακτήρας του πιο σημαντικού υπερεθνικού ειρηνικού εγχειρήματος μετά τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είναι δεδομένος, αλλά απαιτεί διαρκή και σθεναρό αγώνα. Σ’ αυτόν τον αγώνα για μια προοδευτική Ευρώπη, η Ελλάδα πρέπει να είναι στην πρώτη γραμμή.
Σε αυτό το ευρωπαϊκό σχέδιο, ο ρόλος των μεγάλων πόλεων και μητροπολιτικών κέντρων θα είναι, θα πρέπει να γίνει, σημαντικός. Οι μεγαλουπόλεις είναι οι πύλες του ανοιχτού κόσμου. Εκεί όπου ο νέος κόσμος δημιουργείται, συγκρούεται, καινοτομεί.
 Στο ευρωπαϊκό δίκτυο «Πόλεις αλληλεγγύης», που δημιουργήθηκε με δική μας πρωτοβουλία, η Βαρκελώνη, η Μαδρίτη και πολλές άλλες πόλεις ζήτησαν οι ίδιες τη μετεγκατάσταση και φιλοξενία προσφύγων από την Αθήνα. Τέτοια ευρωπαϊκά δίκτυα πόλεων, για την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια, ανταλλάσσουν γνώση, εμπειρία, συνδρομή στην ανάγκη του άλλου. Όπως το έκαναν για μας με τους πρόσφυγες. Όπως το έκαναν πρόσφατα για την πετρελαιοκηλίδα στον Σαρωνικό. Όπως το κάνουμε εμείς, που σε πολλές πρωτεύουσες της Ευρώπης, μεταφέρουμε την δική μας καινοτομία, το ΣυνΑθηνά,  τη μέθοδο  δικτύωσης και θεσμικής ανάδειξης της κοινωνίας πολιτών. Αυτή την Ευρώπη θέλουμε. Σε αυτή την Ευρώπη μετέχουμε, χτίζουμε και πρωτοστατούμε.
 Η προοδευτική παράταξη Όσο κι αν κάποιοι θα το επιθυμούσαν, οι ιστορικές παρατάξεις δεν εξαφανίζονται από τη μία μέρα στην άλλη. Όχι τουλάχιστον όσο εκφράζουν ζωντανά κοινωνικά αιτήματα και υπαρκτές κοινωνικές πλειοψηφίες. Και από τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει, δεν θα προκύψει απλώς κάτι που θα είναι το άθροισμα των δυνάμεων των σχηματισμών που συμμετέχουν. Είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από το απλό άθροισμα των δυνάμεων μας. Είμαστε η μεγάλη προοδευτική παράταξη που ενώνει, συνθέτει και προχωρά. Η παράταξη που τον τελευταίο αιώνα κυριάρχησε στην ελληνική ιστορία ως δύναμη των μεγάλων αλλαγών. Έχοντας πάντα ως βασικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας της την αταλάντευτη προάσπιση των δημοκρατικών θεσμών και τις μεγάλες τομές που πήγαιναν τη χώρα μας μπροστά.
Είμαστε η παράταξη που πληρώσαμε δυσανάλογα την κρίση, έναντι άλλων που χρεοκόπησαν, κυριολεκτικά, τη χώρα και απέδρασαν από την εξουσία. Αποποιήθηκαν την ευθύνη που τους αναλογούσε, καλλιέργησαν το μίσος και το διχασμό, βύθισαν τη χώρα σε μια μόνιμη συνθήκη ματαίωσης.  Δεν μπορούμε όμως να προχωρήσουμε, ενόσω ο προοδευτικός χώρος είναι βαθύτατα τραυματισμένος και κατακερματισμένος. Αντί των ιδεών που θα έπρεπε να μας ενώσουν, μας χωρίζουν μικρά συμφέροντα και φιλοδοξίες. Ούτε αρκούν οι συναθροίσεις των προσωπικών μηχανισμών. Μια παράταξη δεν την μεγαλώνουν τα άτομα, αλλά οι ιδέες. Και η ριζοσπαστική προοδευτική πρόταση που σας παρουσιάζω και καλούμαι να υπηρετήσω με συνέπεια, είναι αυτή που μπορεί να μας βγάλει από τη μιζέρια και να μας οδηγήσει στο μέλλον. Μαζί με τη νέα πρόταση, απαιτείται και μία νέα οργανωτική δομή που θα την υποστηρίξει. Και τα νέα χαρακτηριστικά της προσπάθειας αυτής θα πρέπει να απέχουν από κάθε λογής παλαιοκομματισμό και να δώσουν περισσότερο χώρο στη δημοκρατία των πολιτών, στα δίκτυα τού σήμερα. Ξεκινώντας από τη θέση του επικεφαλής, τονίζω ότι θα αγωνιστώ για να απομακρυνθούμε από τις προσωποκεντρικές δομές και να μεταβούμε σε ένα κόμμα αρχών και αξιών.
 Σε επίπεδο οργάνωσης, καλούμαστε να αφήσουμε πίσω τις κλειστές δομές που παράγουν ανισότητες, αποκλεισμούς, δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης ή αυθαιρεσίας και να κατοχυρώσουμε τις ανοιχτές διαδικασίες της συμμετοχής και λογοδοσίας.  Η καθημερινή μας ζωή κινείται  σε δίκτυα, ανθρώπων, σχέσεων , ιδεών, δεδομένων, ψηφιακών επαφών και ανταλλαγών. Δεν μπορεί ο συλλογικός μας εαυτός να κινείται διαφορετικά. Θα υπηρετήσω μία νέα οργανωτική δομή που δίνει περισσότερη ελευθερία στους προοδευτικούς πολίτες, ξεφεύγει από τους σκληρούς μηχανισμούς, τον έλεγχο και τις λεγόμενες γραμμές και υπηρετεί σταθερά τη δημοκρατία.
Μία νέα αντίληψη που θα αφήνει χώρο στον εσωτερικό διάλογο και την αδέσμευτη διαμόρφωση και διατύπωση της διαφορετικής άποψης, χωρίς το μόνιμο φόβητρο της εσωκομματικής πειθαρχίας.  Αυτή είναι η απαρέγκλιτη κατεύθυνση. Όμως τα κόμματα δεν καταργούνται με διατάγματα. Είναι ψυχή, ταυτότητα και ιστορία του καθενός.
Τα βήματα για τις νέες δομές θα γίνουν με τη μέγιστη συναίνεση, όταν και όποτε ωριμάσουν στην κοινή μας συνείδηση. Πέραν της νέας προοδευτικής πρότασης και της οργανωτικής δομής, δίνω έμφαση στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στην πρώτη γραμμή. Θα εμπιστευθώ πρόσωπα με θετική κοινωνική αναφορά, πρόσωπα που θα πρεσβεύουν ένα νέο ήθος, πρόσωπα που έχουν ένα δημόσιο λόγο βασισμένο σε αρχές και αξίες.
Θα ενώσω το παλιό με το νέο, με ανθρώπους που θα υπηρετήσουν έναν κοινό αξιακό κώδικα και θα δηλώσουν τη διάθεσή τους να προσφέρουν από οποιαδήποτε θέση. Και θα το κάνω με διαγενεακά δίκαιους όρους, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μεγαλύτερες γενιές δεν έδωσαν -ως όφειλαν- την πολιτική σκυτάλη στις νεότερες. Ότι οι νεότεροι άνθρωποι θα κληθούν να σηκώσουν το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης που βιώνουμε. Αλλά θα το κάνω και με τη γνώση ότι η νεότητα δεν ταυτίζεται με την ηλικία, ούτε καμιά γενιά έχει το μονοπώλιο της καρδιάς ή της σκέψης.
Αφήνω πίσω μου αυτούς που καταχράστηκαν εξουσία, πολιτικούς, κομματικά στελέχη και δημόσια πρόσωπα που βολεύτηκαν χρόνια σε καρέκλες και έμαθαν να θεωρούν την πολιτική επάγγελμα, το κράτος σπίτι. Τιμώ αυτούς που επί χρόνια προσέφεραν θετικά στη χώρα και ανέλαβαν το κόστος αυτής της επιλογής. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Η προσφορά τους ήταν και παραμένει σημαντική και θα υπερασπιστώ το θετικό έργο τους. Είμαι σίγουρος ότι η Ελλάδα διαθέτει τις υγιείς προοδευτικές δυνάμεις που απαιτούνται για να κάνει το άλμα προς τα εμπρός. Απαιτείται πολιτική σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων του χθες και των δυνάμεων του αύριο.
Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο της μάχης και εμείς καλούμαστε να αναδιοργανώσουμε και να οδηγήσουμε την παράταξη σε αυτό τον αγώνα. Χρειαζόμαστε μία γνήσια επανεκκίνηση, θα ενώσουμε και θα μεγαλώσουμε την παράταξη για να δώσουμε τη μάχη για το αύριο της Ελλάδας.
Διεκδικούμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για να χτίσουμε την εμπιστοσύνη με τους πολίτες.  Στοχεύουμε στην επιστροφή της Πολιτικής με το Πι κεφαλαίο. Ακούγεται δύσκολο, και είναι. Όμως, η ελληνική κοινωνία έχει ανατρέψει πολλές φορές ό, τι οι από καθέδρας αναλυτές και οι μηχανισμοί θεωρούσαν ανέφικτο. Ζητάμε από τον περήφανο κόσμο της παράταξης να νικήσει και τώρα το αδύνατο. Θα τα καταφέρουμε. Για να χτίσουμε την παράταξη, για να αλλάξουμε την Ελλάδα.  Για μια νίκη προοδευτικών αξιών. Για μια νίκη ελπίδας.


Η δημοκρατία χρωστάει στον Σήφη Βαλυράκη.

  Ο Σήφης Βαλυράκης μας λείπει. Λείπει ως πατέρας, ως αδελφός, ως σύντροφος - σύντροφος στη ζωή και σύντροφος στους αγώνες. Μας λείπει ό...